Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813)
                         
                                                                                                                       

Ένας μεγάλος διδάσκαλος του Γένους
και ένας φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως
 
Μέσα στη χορεία των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων της Ορθοδοξίας εξέχουσα θέση κατέχει ο εν Χίῳ οσιακώς κοιμηθείς στις 24 Ιουνίου 1813 Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος αναδείχθηκε διαπρεπής θεολόγος, φωτεινός διδάσκαλος του Γένους, ακαταπόνητος εθναπόστολος, στερρός υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας της ορθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του φιλοκαλικού κινήματος, ιδρυτής και σχολάρχης της περιωνύμου Μεγάλης Σχολής της Χίου.
Ο γενναίος και ακαταπόνητος αυτός αγωνιστής και ακοίμητος φρουρός των ορθοδόξων δογμάτων της αμωμήτου πίστεώς μας γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος (ή Κόστος) της Πάρου, γεγονός που δικαιολογεί την επωνυμία « Πάριος», με την οποία έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αφού το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος. Είχε άλλα τρία αδέλφια, αλλά ο Αθανάσιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του εκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ο οποίος ονομαζόταν Απόστολος Τούλιος, η δε μητέρα του ήταν από την Πάρο. Τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρα του, την Πάρο, ενώ σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες φοίτησε στη Σχολή του Παναγίου Τάφου στη Σίφνο, αλλά και στη Σχολή του Γένους στην Άνδρο με δαπάνες της Μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου της Πάρου. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε το 1745 στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην ιδρυθείσα το 1733 περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή, στην οποία δίδασκαν ο ιδρυτής της, μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός και ο Χρύσανθος Καραβίας που κατάγονταν και οι δύο από την Ιθάκη. Μετά από την εξαετή του φοίτηση αναχωρεί το 1751 για το Άγιο Όρος, όπου φοιτά στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, την οποία διηύθυνε ο μοναχός Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ενώ το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής ο εκ Κερκύρας ιεροδιάκονος Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος ονομάσθηκε «ο νέος Αριστοτέλης της Ελλάδος». Από τον Ευγένιο Βούλγαρη ο Αθανάσιος διδάχθηκε τη φιλοσοφία και τις ξένες γλώσσες για να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να μεταφράζει τα ξένα συγγράμματα. Παράλληλα η μεγάλη του δίψα για ολοένα και περισσότερες γνώσεις τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη της Σχολής, αλλά και σε άλλες αγιορείτικες βιβλιοθήκες, όπου μελετούσε ακατάπαυστα την ελληνική ιστορία, την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άριστες επιδόσεις του στην Αθωνιάδα Σχολή εντυπωσίασαν τον Ευγένιο Βούλγαρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε με την προτροπή του χειροτονήθηκε ο Αθανάσιος διάκονος, ενώ διετέλεσε και καθηγητής της Σχολής. Η πνευματική κατάρτιση του Αθανασίου του Παρίου και η φήμη που απέκτησε, παρακίνησε τους Θεσσαλονικείς να του ζητήσουν να αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης, το οποίο ήταν η Σχολή του Γένους για την πόλη. Ο Αθανάσιος αρχικά αρνήθηκε την πρόταση, αλλά ύστερα από την επιμονή του Ευγένιου Βούλγαρη και των Θεσσαλονικέων ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής για δύο έτη (1758 -1760), όπου εργάσθηκε ως άριστος διδάσκαλος με καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε με ιδιαίτερο ζήλο το Ιερό Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ανελλιπώς τον Θείο Λόγο και καθοδηγώντας πνευματικά το υπόδουλο Γένος.
Όμως το 1760 ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τη Σχολή και να καταφύγει στην Κέρκυρα, αφού η επιδημία πανώλης που ενέσκυψε στην πόλη, οδήγησε και στο κλείσιμο της Σχολής. Η ευρυμάθεια και η πνευματική πολυπραγμοσύνη του φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου και φυσικομαθηματικού Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσέλκυσε τον Αθανάσιο που διψούσε για διεύρυνση του πνευματικού του επιπέδου, στο να παρακολουθήσει στην Κέρκυρα κοντά στον επιφανή διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής κατά τα έτη 1760-1764. Το 1764 προσκλήθηκε από τον συμμαθητή του στην Αθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμά (1722 -1803), για να διδάξει στην Παλαμαία Σχολή του Μεσολογγίου, η οποία ιδρύθηκε το 1760 από τον φίλο και συμμαθητή του, ο οποίος είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα τις ικανότητες και το ήθος του Αθανασίου του Παρίου. Έτσι ο Αθανάσιος εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Κέρκυρα και έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου δίδαξε μέχρι το 1767, ενώ παράλληλα εξήσκησε με επιτυχία και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκος, αφού με τα φλογερά του κηρύγματα αναπτέρωνε το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Το 1767 μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε για τέσσερα έτη (1767 -1771) τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου». Έτσι για δεύτερη φορά αναλαμβάνει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της περίφημης Σχολής του Γένους της Θεσσαλονίκης.
Όμως το 1771 και μετά το ξέσπασμα των Ορλωφικών προσκαλείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη σχολαρχία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος. Ο Αθανάσιος αναλαμβάνει Σχολάρχης και παραμένει στη θέση αυτή επί έξι έτη (1771 -1777). Κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας από τον ευρισκόμενο στο Αγιώνυμο Όρος Άγιο Μακάριο τον Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Την εποχή όμως αυτή το Άγιο Όρος συνταράσσεται από την κολλυβαδική έριδα και ο Αθανάσιος αναδεικνύεται ένθερμος υπερασπιστής του κολλυβαδικού κινήματος, της περίφημης Φιλοκαλικής Αναγέννησης, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου και Νικόδημο Αγιορείτη. Σκοπός του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων ήταν η επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κυριακής ως ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου μας και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Η κολλυβαδική έριδα συνεκλόνισε το Άγιο Όρος στα μέσα του 18ου αιώνα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε και διώχθηκε από τους αντιπάλους του ως αιρετικός, γεγονός που οδήγησε το 1776 στην καθαίρεσή του. Όμως το 1781 αποκαταστάθηκε και πάλι στην κανονική του θέση, αφού οι κατηγορίες εναντίον του αποδείχθηκαν ανυπόστατες.
Μετά την αναχώρησή του από το Άγιο Όρος αναλαμβάνει για τρίτη φορά τη σχολαρχία του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των Θεσσαλονικέων. Κατά την περίοδο αυτή το «Ελληνομουσείο» γνώρισε μεγάλη ακμή και φήμη, γεγονός που παρακίνησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο να προσκαλέσει τον Αθανάσιο για να αναλάβει τη σχολαρχία της περίφημης Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, αφού σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ο πλέον κατάλληλος και καταξιωμένος διδάσκαλος. Μάλιστα η επιθυμία του Πατριαρχείου στο να αναλάβει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της Πατριαρχικής Σχολής ήταν τόσο μεγάλη και επίμονη, ώστε του προτάθηκε να καθορίσει ο ίδιος το ποσό της αμοιβής του, αλλά και να επιλέξει την περιοχή, στην οποία επιθυμεί να χειροτονηθεί Μητροπολίτης. Ο επιφανής όμως διδάσκαλος και ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως αρνήθηκε τη δελεαστική αυτή πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικά «τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ, ἀλλά ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος ……. διά τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος».
Έτσι το 1786 και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών ο Αθανάσιος αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην πατρίδα του, την Πάρο, για να επιδοθεί στην άσκηση και τη συγγραφή, έχοντας αποκτήσει ήδη πολλές γνώσεις, αλλά και πολυτιμότατη πνευματική εμπειρία. Μάλιστα η επιθυμία του ήταν να εγκατασταθεί στη Μονή του Αγίου Μηνά, όπου υπήρχαν και τα πατρικά κτήματα. Ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε πλοίο στη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πάρο, αλλά το πλοίο προσάραξε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, όπου έγινε δεκτός με πολλή χαρά από τους άρχοντες του νησιού. Ενδεικτικό είναι ότι μετά την άφιξή του, του παραχωρήθηκε από τους Δημογέροντες της Χίου ως κατοικία το μονύδριο της Αγίας Τριάδος στο Παλαιόκαστρο που αποτέλεσε το κάθισμά του και στο οποίο επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσευχή και το συγγραφικό του έργο. Την εποχή όμως αυτή οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς Χίοι επιθυμούσαν να ιδρυθεί στο νησί τους μία σχολή που θα ήταν ανώτερη των ενοριακών – συνοικιακών σχολείων και εφάμιλλη των περιώνυμων σχολών της εποχής, όπως της Ευαγγελικής και της Αθωνιάδος Σχολής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού θεωρούσαν ιδιαίτερα ευεργετική την παρουσία του Αθανασίου, ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος διδάσκαλος με μεγάλη εμπειρία και πανελλήνια φήμη. Έτσι άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τον Αθανάσιο να παραμείνει στη Χίο και να αναλάβει τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή. Ο Αθανάσιος δέχθηκε τελικά να παραμείνει προσωρινά στη Χίο και να διδάξει στη σχολή μέχρι να τελειώσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 -1792), ο οποίος είχε ήδη ξεσπάσει. Όμως η παραμονή του Αθανασίου στη Χίο παρατάθηκε, αφού αφενός μεν ο πόλεμος δεν είχε σταματήσει, αφετέρου δε οι Χίοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στον Αθανάσιο να παραμείνει στο νησί και να αναλάβει τη σχολαρχία και το διδακτικό έργο της Σχολής της Χίου. Μάλιστα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητήθηκε η βοήθεια και η μεσολάβηση του φίλου και ομόφρονός του, Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου, ο οποίος την εποχή αυτή εγκαταβιώνει στη Χίο, καθώς και του Οσίου Νήφωνος του Κοινοβιάρχου. Έτσι κατά τη διάρκεια της προσωρινής ήδη παραμονής του Αθανασίου στη Χίο άρχισε η λειτουργία της Σχολής της Χίου, η οποία επισήμως λειτούργησε το 1792. Σχολάρχης ανέλαβε ο ίδιος ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1811. Η περίφημη Σχολή της Χίου απέκτησε πανελλήνια φήμη και ακτινοβολία, αφού με τη φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση του Διδασκάλου και Σχολάρχου της, Αθανασίου του Παρίου, κατέστη η πνευματική κυψέλη, στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και η ανάγκη διατήρησης της ελληνορθοδόξου παραδόσεως ως ασπίδας προστασίας απέναντι στο ευρωπαϊκό πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο ωθούσε προς τον ορθολογισμό και την αθεΐα. Ενδεικτικό είναι ότι στη Σχολή της Χίου φοίτησαν μαθητές από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Παρόλο όμως που η Σχολή της Χίου είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και είχε διαγράψει μία ανοδική πορεία και άνθηση χάρη στον σοφό, πολυμαθή, εργατικό και καταξιωμένο διδάσκαλό της, Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες αρετές και τον ανεπίληπτο βίο του, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη Σχολή το 1811, κατηγορούμενος από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του ως συντηρητικός και ως φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως.
Μετά από την παραίτησή του αποσύρθηκε στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως της Χίου και ιδρύθηκε το 1770 από τον Χίο μοναχό Νείλο τον Καλόγνωμο που υπήρξε συμμοναστής του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στο γαλήνιο και καταπράσινο περιβάλλον του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά εγκαταβίωσε έχοντας ως συνοδεία του τον ιερομόναχο Όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750 – 1821) και τον ιερομόναχο Ιωσήφ τον εκ Φουρνά της Ευρυτανίας. Εκεί επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην προσευχή, τη νηστεία και τις αγρυπνίες, αλλά και στο πολυσχιδές συγγραφικό του έργο. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και συγκεκριμένα στις 24 Ιουνίου του έτους 1813 παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη και στεφανοδότη Κύριο, τον Οποίο σε όλη του την επίγεια πορεία υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστό σθένος. Ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού και μάλιστα στον ίδιο χώρο, όπου παλαιότερα είχε ενταφιασθεί ο ιδρυτής του μονυδρίου, Νείλος ο Καλόγνωμος.
Ο λαμπρός και επιφανής αυτός διδάσκαλος με την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά στο ελληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη επίσημα στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στις 9 Ιανουαρίου 1995, η δε μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται στις 24 Ιουνίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο. Δέκα έτη μετά από την επίσημη κατάταξή του στο ορθόδοξο αγιολόγιο και συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2005 τελέσθηκαν με την πρέπουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρό Αμβρόσιο Στάμενα (… 25 Μαρτίου 2008) τα εγκαίνια του ανεγερθέντος στο χωριό Κώστος Πάρου περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. Η μνήμη του τιμάται επίσης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου, αλλά και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου, όπου το αριστερό του κλίτος (παράβημα) τιμάται από τις 24 Ιουνίου 2001 στον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, όπου ο Άγιος αποσύρθηκε από το 1811 μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 24 Ιουνίου 1813, περιήλθε το 1998 στην ενορία Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων, της οποίας έκτοτε αποτελεί μετόχιο. Λείψανα του Αγίου φυλάσσονται στους Ιερούς Ναούς Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου (τμήμα της τιμίας κάρας), Αγίου Αθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου, ενώ την ασματική του ακολουθία εποίησε ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. Αξιολογότατο είναι και το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, αφού χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα αναδείχθηκε με τη διδασκαλία και τις συγγραφές του ως ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότερους θεολόγους και διδασκάλους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα φερόμενα έργα του υπολογίζονται σε 85 και κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Αντιρρητικά - Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Αγιογραφικά – Υμνολογικά, Ομιλίες – Λόγοι και Επιστολές.
Η πνευματική προσφορά του λαμπρού διδασκάλου του Γένους και ακαταπόνητου αγωνιστού των δογμάτων της πίστεώς μας και της ορθοδόξου παραδόσεως, Αγίου Αθανασίου του Παρίου, υπήρξε ανεκτίμητη και πολυτιμότατη για τη διατήρηση του ορθοδόξου φρονήματος του Γένους μας. Ο «ἄκρος ζηλωτής τῶν πατρῴων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από τον βιογράφο του, Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, υπήρξε βαθύτατα πατερικός και ησυχαστικός και αναδείχθηκε ηγετικό και δυναμικό στέλεχος του κολλυβαδικού κινήματος, αγωνιζόμενος με σθένος για τη διατήρηση της σχέσεως του ελληνορθοδόξου Γένους μας με την παράδοση, δηλαδή με την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχεια της εν Χριστῴ ζωής. Παράλληλα αγωνίσθηκε και για την ύπαρξη μιας παιδείας, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην παράδοση του Γένους, να μην θεοποιεί τη γνώση και να αποκαθαίρει την ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη, καθιστώντάς τον ηθικό και ενάρετο. Ο ευρυμαθής και σοφός Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος υπήρξε βαθύτατα ευσεβής και εξαιρετικά φιλακόλουθος, θεωρώντας την ορθόδοξη πίστη ως καθολικό τρόπο ύπαρξης και τη λατρεία ως χώρο μέσα στον οποίο διασώζεται η παράδοση ή από τον οποίο ξεκινά η αλλοτρίωσή της με το πρόσχημα της «ανανεώσεως». Γι’ αυτό και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τιμή των Αγίων, οι οποίοι θεωρούνται ως οι κύριοι συντελεστές για την πνευματική ακμή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη πνευματική βαρύτητα είχε για τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο η τιμή των νεομαρτύρων, αφού πρότεινε «νά τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καί πρίν ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι με την τιμή τους αναπτερώνεται το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου λαού και ενδυναμώνεται η πίστη στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αξιομνημόνευτη ήταν η φιλανθρωπία και η αφιλαργυρία του, δεδομένου ότι απεβίωσε πάμπτωχος με μοναδική περιουσία μία ενδυμασία, έναν λύχνο και ένα μελανοδοχείο. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συνέχισε την παράδοση των ανυπέρβλητων μαχητικών ιεραρχών, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1357) και Αγίου Μάρκου του Ευγενικού (1444) και άσκησε έντονη κριτική στην Ευρώπη και τη Δύση που γι’ αυτόν ήταν έννοιες ταυτόσημες. Έτσι δικαιολογείται και ο σθεναρός του αγώνας εναντίον της «αθεΐας» και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Με τον όρο «αθεΐα» και «άθεος» δεν εννοούσε μόνο την απόρριψη του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και την απομάκρυνση από τον Θεό των Πατέρων ημών που είναι η Ορθοδοξία. Παράλληλα αντιμαχόταν την αποχριστιανοποίηση των ιδεολογικών συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία έκανε λόγο για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη, ενώ ήταν εναντίον και όλων αυτών που καταφεύγουν να σπουδάσουν στις ακαδημίες της Ευρώπης, διότι προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν την ελληνορθόδοξη παράδοση με ιδεολογίες ξένες προς την πίστη μας, τις οποίες χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». Οι θέσεις του για την Ευρώπη και την παιδεία της έγιναν αντικείμενο τέτοιας αρνητικής κριτικής από τους υπέρμαχους της ευρωπαϊκής σκέψεως και τους επιφανείς λογίους της εποχής του, όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ώστε τον θεωρούσαν «συντηρητικό» διδάσκαλο, άνθρωπο «περιορισμένου πνευματικού ορίζοντος», σύμβολο του «σκοταδισμού» και εκφραστή της «αντίδρασης». Όμως ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μιμούμενος τους αρχαίους απολογητές της Εκκλησίας ανέλαβε να αποκρούσει τις κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού και ιδιαίτερα τις αμφισβητήσεις της θεότητος του Ιησού Χριστού και τα επιχειρήματα των αθέων οπαδών του Βολταίρου, αφού σύμφωνα με την άποψή του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός συνδεδεμένος με την αθεΐα και υιοθετηθείς με τη Γαλλική Επανάσταση από το γαλλικό έθνος, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τις αρχαίες αιρέσεις. Επικριτική ήταν και η θέση του για τον Παπισμό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και τη φτώχεια του υπόδουλου ελληνικού λαού, επεδίωξε να τον αποσπάσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τον προσδέσει στον Παπισμό που εισήγαγε τον σχολαστικισμό και τη φιλοσοφία στη Θεολογία και κατήργησε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Η κατά το έτος 2013 επετειακή συμπλήρωση διακοσίων ετών από την οσιακή κοίμηση του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς μας τη βαρυσήμαντη πνευματική αξία της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, της οποίας ανυποχώρητος υπερασπιστής υπήρξε ο οσιακώς κοιμηθείς στην ευλογημένη γη της μυροβόλου και αγιοτόκου νήσου Χίου στις 24 Ιουνίου 1813, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος του Γένους, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο θαρραλέος ομολογητής της πίστεώς μας, ο γνήσιος εκφραστής της πατερικής παραδόσεως, ο σθεναρός υπέρμαχος της ελληνοχριστιανικής παιδείας.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
Βιβλιογραφία
· Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 -1813), Πρακτικά Πνευματικού Συμποσίου, Έκδοση Χιακής Αδελφότητος Αττικοβοιωτίας «Ο Κοραής», Αθήναι 2004.
· Χαλκιά –Στεφάνου Πόπης, Οι Άγιοι της Χίου, Β΄ Έκδοσις, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 2008.
· Χαροκόπου Αντωνίου Ν., Η περιώνυμη Μεγάλη Σχολή της Χίου –Το ιστορικό «Γυμνάσιο Χίου», Εκδοτικός Οίκος Αφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006.
 
 

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Χριστιανισμός και Επιστήμη

Χριστιανισμός και Επιστήμη

Του Ι. Ταχού


Παγανιστές και Αθεϊστές σε συνεργασία (ως μη όφειλαν), επιδίδονται σε συστηματική διαστρέβλωση των γεγονότων και των καταστάσεων, για να κατηγορήσουν την Εκκλησία ότι δήθεν είναι αντιεπιστημονική, και ότι δήθεν αντιτάχθηκε στην επιστήμη. Όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς αντίθετη, και σε αυτό το άρθρο, ο Γιάννης Ταχός δείχνει με ντοκουμέντα το ανιστόρητο και άτοπο αυτής της ψευδούς προπαγάνδας. Μάλιστα δείχνει, ότι αυτοί που πολέμησαν την επιστήμη, ήταν όχι μόνο οι άθεοι (όπως έχουμε δείξει σε άλλο άρθρο μας), αλλά κυρίως οι συνεργάτες τους οι Παγανιστές!


 

1. Η Χριστιανική διάκριση Επιστήμης και Πίστης
Ο Μέγας Βασίλειος στην ομιλία του για την δημιουργία με τον τίτλο «Εξαήμερος», όπου επεξηγεί τη διήγηση της Π. Διαθήκης για τη δημιουργία του κόσμου, σπεύδει να παρατηρήσει ότι η διήγηση παρέλειψε πολλά, επειδή είχε σκοπό να γυμνάσει και να οξύνει το νου των ανθρώπων, ώστε με αφορμή τις λίγες λεπτομέρειες να βρουν και τα υπόλοιπα (Εις την Εξαήμερον PG 29, 33B). Επίσης τονίζει (και αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό από το προηγούμενο) ότι δεν μειώνεται καθόλου ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία του Θεού, αν βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός έφτιαξε όλα τα θαυμάσια δημιουργήματα. (Εις την Εξαήμερον, 25 Α).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Μέγας Βασίλειος εισάγει  δύο βασικές αρχές ως ερμηνευτικές προϋποθέσεις: α) την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας, που είναι και γυμνασία του νου και β) τη διάκριση μεταξύ του ποιος έκανε τον κόσμο και του πώς έγινε ο κόσμος. Με άλλα λόγια, άλλο η θεολογική γνώση ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο η έρευνα του τρόπου με τον οποίο πραγματώθηκαν όλα τα θαυμαστά έργα. Στη δεύτερη περίπτωση, την έρευνα την έχουμε ως περιγραφή και ανάλυση κτιστών δεδομένων κι όχι βέβαια της άκτισης θείας ενέργειας.
Η Εκκλησία, ανέμενε εδώ και χιλιετίες μια αύξηση στη γνώση σαν αυτή που ζούμε σήμερα, (και ποιος ξέρει πόση ακόμα). Στον Δανιήλ υπήρχε αιώνες προ Χριστού η προφητεία, ότι κατά τη διάρκεια του «εσχάτου καιρού», δηλαδή μετά την έλευση του Χριστού, «τότε, πολλοί θα περιτρέχουν, και η γνώση θα πληθυνθεί» (Δανιήλ 12/ιβ: 4).
Είναι μεγάλο λάθος όσων κατηγορούν την Ορθοδοξία ότι προάγει και συντηρεί έναν αγνωστικισμό και αδιαφορία για τις επιστήμες ή την κοσμική γνώση. Αυτό  αποδεικνύεται λάθος τόσο στην πράξη όσο και στην θεωρία.
Στην θεωρία: καταρχήν, η Ορθοδοξία δεν μιλάει για αγνωστικισμό όσον αφορά τον κόσμο αυτόν. Μιλά για αδυναμία γνώσης μόνο για τον Θεό, δηλαδή για τον Άκτιστο Δημιουργό. Άλλο πράγμα το ένα (αδυναμία γνώσης για τον κόσμο), άλλο το άλλο. (Αδυναμία γνώσης για το Θεό). Η αξίωση ότι για τον Άκτιστο Θεό δεν υπάρχει δυνατότητα αυτόνομης γνώσης (παρά μόνο γνώσης μέσω αποκάλυψης) δεν αντιστρατεύεται στην αξίωση ότι το ανθρώπινο λογικό μπορεί να μάθει για τον κόσμο αυτόν και ό,τι εμπεριέχεται σε αυτόν.
Η διάκριση μεταξύ κτιστού-ακτίστου, δηλαδή κόσμου-σύμπαντος από τη μία και άκτιστου Θεού από την άλλη είναι θεμελιώδης για την Ορθοδοξία (και το Χριστιανισμό). Ως τμήμα του κόσμου, εφοδιασμένος με το λογικό, ο άνθρωπος μπορεί (και πρέπει) να μάθει για τον κόσμο. Αλλά για κάτι που υπερβαίνει τον κόσμο, δηλαδή για τον Άκτιστο Θεό, ο άνθρωπος δεν μπορεί να μάθει για αυτόν, αφού ο Θεός είναι υπέρλογος και η ουσία του άπιαστη και άφατη. Το ανθρώπινο λογικό μόνο τον λογικό κόσμο, κι όχι τον υπέρλογο Θεό μπορεί να μάθει. Γι' αυτό και είναι αναπόδεικτη η αξίωση ότι η Ορθοδοξία απαξιώνει την κοσμική γνώση επειδή αρνείται τη δυνατότητα αυτόνομης γνώσης για τον εξω-κοσμικό Θεό. 
Ιωάννου Δαμασκηνού, Διαλεκτικά (PG 94, 529 Α): «Ουδέν της γνώσεώς εστι τιμιώτερο˙ η γαρ γνώσις φως εστι ψυχής λογικής, τούμπαλιν η άγνοια». Ενώ ο Μέγας Βασίλειος γράφει πως για το Χριστιανισμό σημασία έχει η καλή χρήση της επιστήμης (Όροι κατά πλάτος, 2, 3): «Δεν πρέπει, επειδή μερικοί δεν χρησιμοποιούν καλώς την ιατρικήν, να αποφεύγωμεν κάθε ωφέλειαν που προέρχεται από αυτήν. Ούτε βέβαια πρέπει να καταδικάζωμεν όλας μαζί τας τέχνας, επειδή οι ακρατείς εις τας ηδονάς χρησιμοποιούν την μαγειρικήν ή την αρτοποιίαν ή την υφαντικήν με σκοπόν την απόλαυσιν. (..) τουναντίον, δια της ορθής χρήσεώς των πρέπει να αποδεικνύωμεν την κακήν χρήσιν των από εκείνους».
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει για τη σχέση πίστης και επιστήμης (Όροι κατά πλάτος, 2, 5): «Ούτε πρέπει να αποφεύγωμεν παντελώς την ιατρικήν τέχνην ούτε αρμόζει να στηρίζωμεν εις αυτήν κάθε ελπίδα μας. Αλλ’ όπως χρησιμοποιούμεν μεν την γεωργικήν, ζητούμεν δε από τον Θεόν τους καρπούς, και όπως εμπιστευόμεθα το πηδάλιον εις τον κυβερνήτην, προσευχόμεθα δε εις τον Θεόν να διασωθώμεν από την θάλασσαν, έτσι, και όταν καλούμεν τον ιατρόν, δεν παύομεν να ελπίζωμεν εις τον Θεόν» (PG 31, 1052A).
«Ο Θεός», λέει ο Ψελλός, «είναι φυσικά η αιτία του σεισμού, όπως και κάθε πράγματος, αλλά η προσεχής [δηλ. η άμεση αιτία] του σεισμού είναι η φύση» (Β. Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 187).
Ο Βάσσος Κασσιανός (6ος-7ος αι.) στα Γεωπονικά του παραδέχεται ότι τα φυτά βγαίνουν από τη γη με τη θέληση του Θεού, διατυπώνει, όμως, την πεποίθησή του, ότι για τη διαδικασία αυτή υπάρχει ένα φυσικό αίτιο (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 51). Ο Μανουήλ Φιλής (13ος –14ος αι.), ζωολόγος, βοτανολόγος και ποιητής, παραδέχεται ότι τα φυτά βγαίνουν από το έδαφος με τη θέληση του Δημιουργού, επιμένει, όμως, στην άποψη ότι η διαδικασία αυτή έχει και κάποιο φυσικό αίτιο.
 
2. Οι επιστήμες στη Χριστιανική Ρώμη
Όπως φαίνεται, οι Ρωμηοί Ορθόδοξοι πρόγονοί μας είχαν επίγνωση τόσο των ορίων της επιστήμης όσο και των ορίων της πίστης και δεν είχαν κανένα πρόβλημα – τουλάχιστον οι σοφότεροι – να δέχονται και τα δύο. Αλλά και πρακτικά, από ιστορικής απόψεως, το Ορθόδοξο Βυζάντιο ήταν πρώτο για τουλάχιστον 900 χρόνια στους τομείς της τεχνολογίας, της ναυσιπλοίας, της στρατηγικής, της αρχιτεκτονικής και του πολιτισμού γενικότερα. Περίεργο, (κατά τους κατηγόρους), οι Ορθόδοξοι να έδιναν επί τόσους αιώνες σημασία στην κοσμική γνώση! Κανονικά, οι «αδιαφορούντες για την γνώση» Βυζαντινοί θα έπρεπε να  καταστραφούν αμέσως, αφού υποτίθεται ότι μόνο μέλημά τους ήταν «η σωτηρία της ψυχής» και η «βασιλεία των ουρανών». Οι «αρχαιολάτρες» βλέπουν την παρακμή της επιστήμης στις ορθόδοξες χώρες κατά την Τουρκοκρατία, και νομίζουν ότι αυτό είναι Ορθόδοξο δόγμα. Μα επιστήμη υπό δουλεία δεν γίνεται. Γιατί δεν κοιτάνε τους βυζαντινούς επιστήμονες; 
Μήπως γνωρίζουν όσοι κατηγορούν το Βυζάντιο πως τάχα δεν ασχολούνταν με τις επιστήμες, ότι πρώτος ο Ρωμηός Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1359) στα 1325, 2,5 αιώνες πριν από τους δυτικοευρωπαίους επιστήμονες και την Παπική εκκλησία, βασιζόμενος σε δικές του μετρήσεις και μελέτες, κατάλαβε τα σφάλματα του Ιουλιανού ημερολογίου και πρότεινε στον Ανδρόνικο Β΄ την διόρθωσή του ημερολογίου σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του; (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 125) Γνωρίζουν ότι ο Ιωάννης Ακτουάριος, Ρωμηός γιατρός, ανακάλυψε πρώτος το παράσιτο της ταινίας, τον «τριχοκέφαλον άνισον»; (Στήβεν Ράνσιμαν, Η τελευταία βυζαντινή αναγέννηση, εκδ. Δόμος, σ. 103)
Το Περί της ανθρώπου κατασκευής του Θεόφιλου, η δωδεκάτομη Παθολογία του εκ Τράλλεων Αλεξάνδρου (ο Αλέξανδρος είναι ο πρώτος που χορήγησε σίδηρο ως εσωτερικό φάρμακο), η Ιατρική εγκυκλοπαίδεια του Θεόφιλου Νόννου, το Περί ανατομικής του ανθρώπου του μοναχού Μελέτιου, το Υπόμνημα του Παύλου Αιγινήτη, η Σύνοψις ιατρική του Λέοντα Μαθηματικού, το Δυναμικό του Νικόλαου Μυρεψού, το οποίο περιλαμβάνει 2656 φαρμακευτικές συνταγές κι ως τον 15ο αι αποτελούσε το επίσημο φαρμακολογικό σύγγραμμα της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Παρισίου, η Ιατρική μέθοδος, η Θεραπευτική μέθοδος και το Περί ούρων του Ιωάννη Ακτουάριου, τα  Ιατρικά εκκαίδεκα του Αέτιου 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις), η Σύνοψη της Ιατρικής των Νικήτα και Λέοντα, που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα και εργαλεία, τα Γεωπονικά, 26 τόμων, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία περιγράφεται η χρήση χημικού λιπάσματος («ερεβίνθους… ομοίως προβραχέντας μετά νίτρου σπείρουσιν»), μήπως όλα αυτά είναι συγγράματα ανθρώπων και πολιτισμού που αδιαφορεί για τα εγκόσμια και μονάχα προσεύχεται σκυθρωπά;
Μήπως ο θεολόγος και αστρονόμος Νικόλαος Καβάσιλας (14ος αι.), ο οποίος αποδίδει τις παλίρροιες στην έλξη της δύναμης της σελήνης, η οποία διαδίδεται ευθύγραμμα μαζί με το φως της, είναι παράδειγμα προς αποφυγή; Μήπως η εξάτομη Λογιστική του Βαρλαάμ, η Αστρονομική βίβλος του Θεόδωρου Μελιτηνιώτου, τα Αρμονικά του Βρυενού, η Στοιχείωσις Αστρονομική του Θεόδωρου Μετοχίτη, τα Περί κατασκευής κοίλων κατόπτρων και το Περί παραδόξων μηχανημάτων του Ανθέμιου δείχουν ανθρώπους και πολιτισμό ο οποίος ενδιαφέρεται μόνο για τις προσευχές και τα «αλληλούια»; Όχι, γιατί αν το δείχνουν, τότε οι  «αρχαιολάτρες» ας μας το πούνε. Ας μας πούνε π.χ. ότι όλα αυτά (και εκατοντάδες άλλα, χαμένα ή ακόμη ανέκδοτα) οι «Βυζαντινοί» τα έγραψαν για πλάκα, για να περνούν τον καιρό τους ανάμεσα σε δύο λιτανείες.
Πολιτισμός που υποτίθεται ότι ενδιαφέρεται μόνο «για τη σωτηρία της ψυχής» και όχι για το σώμα είναι αδύνατον να συγγράφει δωδεκάτομα έργα ιατρικά. Πολιτισμός, που το σώμα το θεωρεί ως τμήμα του καθεαυτό «ανθρώπου» κι όχι ως «φυλακή της ψυχής» και δεν θεωρεί μόνο την «ψυχή» ως τον «καθεαυτό άνθρωπο», είναι φυσιολογικό να ενδιαφερθεί και για την ιατρική, τη μηχανική, τα μαθηματικά. Μήπως όλοι αυτοί που πιστεύουν πως οι Ρωμηοί πρόγονοί μας δεν ήταν πολιτισμένοι αλλά βάρβαροι, μήπως όλοι αυτοί γνωρίζουν πως στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης διδάσκονταν Αριθμητική, Γεωμετρία, Αστρονομία και Μουσική, παράλληλα με την Ελληνική και Λατινική φιλολογία;
 
3. Η αλήθεια για τις δήθεν διώξεις επιστημόνων
«Επικρατεί η άποψη ότι κατά τη Βυζαντινή Εποχή τόσο τα μαθηματικά όσο και η αστρονομία ήταν υπό διωγμό και ότι οι μαθηματικοί, όπως και οι ασχολούμενοι με την αστρονομία, καταδιώκονταν. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη και απορρέει από μια, ίσως εσκεμμένη, σύγχυση ορισμών. Απαγορεύσεις τέτοιου είδους αφορούσαν μόνο την απόκρυφη αριθμητική και την αστρολογία που ήταν το αντικείμενο μελέτης και εφαρμογής των διάφορων μάγων, αποκρυφιστών, αστρολόγων κ.τ.λ. Παραθέτουμε δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από βυζαντινά κείμενα που συνηγορούν στον ισχυρισμό μας αυτό:
            α) Από τον Ιουστινιάνειο Κώδικα (IX 18.2)
            «Την γεωμετρικήν τέχνην εκμανθάνειν και ασκείν δημοσία, ωφελεί. Η μαθηματική (=απόκρυφη αριθμητική) όμως τέχνη αξιόποινος ούσα απαγορεύεται».
            β) Από τις επιστολές του Πατριάρχη Φώτιου:
«Ερευνάτε ου μόνον τας γραφάς αλλά και την γεωμετρικήν τέχνην» (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ.14). Μόνο δογματικοί φιλοδυτικοί και νεοπαγανιστές/εθνικιστές αρχαιολάτρες μπορούν να πιστεύουν ότι μόνο η Δύση, κι όχι το Βυζάντιο, ενδιαφέρθηκε για την επιστήμη στα χριστιανικά χρόνια.
Θα πουν μερικοί ότι κάμποσοι φιλόσοφοι και επιστήμονες διώχθηκαν από την Εκκλησία κατά τον 18ο αι., επειδή δίδασκαν την δυτική επιστήμη, φυσική και μαθηματικά. Είναι προφανές όμως, βλέποντας ότι τόσο ο Δαμασκηνός, όσο κι ο Μ. Βασίλειος και τόσοι άλλοι Ορθόδοξοι Πατέρες, υποστήριζαν την γνώση, άρα οι αιτίες της διώξεως των σοφών (πλείστοι εξ αυτών ήταν Ορθόδοξοι ιεράρχες άλλωστε) δε θα πρέπει να αναζητηθούν στην Ορθόδοξη κοσμοθεωρία, αλλά σε άλλες αιτίες. Αυτό συνέβη επειδή οι διώκτες ήταν οπαδοί του Αριστοτελισμού, και αποστρέφονταν επιστημονικές μεθόδους διαφορετικές από του αριστοτελισμού.
Άλλοι πάλι θα αναφέρουν την δίωξη και τον αφορισμό του Ιωάννη Ιταλού. Η δίωξη αυτή από τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης έγινε έπειτα από επέμβαση του αυτοκράτορα˙ το ίδιο κι ο αναθεματισμός των απόψεών του από κληρικούς, έγινε με απροθυμία από την Εκκλησία και μόνο κατ’ επιθυμία του Αλέξιου Α’. Ο αντιβυζαντινός Cyril Mango ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα γράφοντας: «έχουμε σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε ότι η δίκη του Ιταλού είχε πολιτικά κίνητρα και ότι οι εναντίον του κατηγορίες ήταν, ως ένα βαθμό, κατασκευασμένες. Φαίνεται πως ο Ιταλός είχε αρκετές συμπάθειες ανάμεσα στους ανώτερους κληρικούς» (Cyril Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 174).
 
4. Η αντιεπιστημονικότητα της Παγανιστικής ιδεολογίας
Όπως λέει ο Έλληνας στοχαστής Π. Κονδύλης «το σύμπαν, αφού άδειασε από μαγικά όντα και έγινε προσιτό στα νέα μαθηματικά, μπορεί να γνωστεί απόλυτα και άμεσα» (Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, σ. 116). Λογικό˙ ένα στοιχειωμένο από αλλόκοτες οντότητες  σύμπαν, όπως το φαντάζονται οι Ειδωλολάτρες, είναι αδύνατον να γίνει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Η χριστιανική ιδέα περί Δημιουργού ασύγχυτου με τη Φύση είναι πολύ πιο ορθολογική από την νεοπαγανιστική ιδέα ότι υπάρχουν.. φαντάσματα –οι «θεοί» – στη  μηχανή του σύμπαντος, τα οποία, άμα δεν τα ταΐσουμε με θυσίες, δεν βρέχουν, δεν μας προστατεύουν κ.ο.κ.
Για τον Παγανιστή φιλόσοφο και επιστήμονα Ιωάννη Φιλόπονο που έγινε Χριστιανός, ο Β. Τατάκης (Η βυζαντινή φιλοσοφία, σ. 53) παρατηρεί: «Οι μεταφυσικές βάσεις του Χριστιανισμού διαμόρφωσαν ένα σύμπαν τέτοιο που ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του ορθολογισμού».
Πράγματι, όταν το σύμπαν, τον καιρό που επικρατούσε ο Παγανισμός, ήταν περιβαλλόμενο από ειδωλολατρικές, χοντροκομμένες μυθικές δυνάμεις μαγείας και μοίρας, μεγάλη ήταν η συμβολή της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία αποειδωλοποιώντας – όχι απομυθεύοντας – το σύμπαν, το παρέδιδε καθαρό και λευτερωμένο στο εξεταστικό μάτι του επιστημονικού και φιλοσοφικού στοχασμού. Αν, λόγου χάρη, σήμερα δεχόταν ο άνθρωπος πως η σελήνη είναι θεός, πώς θα μπορούσε να την κατακτήσει;
Γι’ αυτό και το γνωστό αθεϊστικό επιχείρημα ότι η έννοια «θεός» χρησιμοποιείται για να γεμίσουν τα κενά της γνώσης μας περί του κόσμου, δηλαδή ότι, όταν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε κάτι, το αποδίδουμε στο θεό και συνεπώς η γνώση και η πίστη είναι αντιμαχόμενες, αφορά μόνον τους εσωκοσμικούς παγανιστικούς θεούς και δεν επηρεάζει καθόλου τον άκτιστο  Θεό. Αν, λ.χ. ο Ήλιος ή κάποιο άλλο ουράνιο σώμα θεωρηθεί θεός, αφενός εμποδίζεται η επιστημονική θεώρησή του ως απλού άστρου, αφετέρου η επικράτηση της επιστημονικής εξήγησης για την ύπαρξή του οδηγεί αναπόφευκτα στην απιστία στον «θεό Ήλιο», δηλαδή στην αθεΐα. Στην περίπτωση όμως του Άκτιστου Θεού, που δεν αποτελεί τμήμα της φύσης, ούτε εμποδίζεται η επιστημονική έρευνα επειδή τάχα έτσι προσβάλλεται ο Θεός, αλλά ούτε και η αύξηση των επιστημονικών γνώσεων για το σύμπαν οδηγούν απαραίτητα στην αθεΐα, διότι ο Θεός είναι η πρώτη αιτία κι όχι ένα τμήμα του σύμπαντος, που αν κάποια στιγμή ερμηνευόταν επιστημονικά, θα έπαυε να θεωρείται «θεός».
 Βλέπουμε ότι η παγανιστική αντίληψη περί ατελούς, εσωκοσμικού θεού όχι μόνον δεν είναι απαραίτητη για την διαφύλαξη της φύσης, αλλά και εμποδίζει την ανάπτυξη της επιστήμης, αφού η τελευταία θα επιχειρούσε έρευνα επί των περιοχών της φύσης μπαίνοντας στις αρμοδιότητες του εκάστοτε θεού.
 
5. Γνώμες προσωπικοτήτων
Εντύπωση εν τέλει προκαλεί και η διαπίστωση του Άγγλου φιλόσοφου B. Russell, στο έργο του Religion and Science (σ. 249), ότι η εκάστοτε σύγκρουση επιστήμης και πίστης δεν οφείλεται στην αντιπαράθεση του περιεχομένου της πίστης και της επιστήμης, αλλά στις αντιθέσεις των εκπροσώπων τους και στις αυτονόητες σκοπιμότητες.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον όπου οι διωγμοί υπαγορεύονται από συμφέροντα και πάθη, δεν υπάρχει καμιά συνέπεια. Αν λόγου χάρη, γράφει ο (άθεος) Russell, σε μια χώρα οι άνθρωποι της επιστήμης είχαν λόγους να διώξουν τους Χριστιανούς, οι φίλοι του Γαλιλαίου δεν θα διαμαρτύρονταν καθόλου.
Αλλά ακόμη και για την περίπτωση του διωγμού του Γαλιλαίου από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που δεν αφορά τους Ορθόδοξους και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, είναι γνωστό ότι ο διωγμός αυτός, το 1633, δεν προκλήθηκε καταρχήν από την Παπική Εκκλησία, αλλά από τους δογματικούς αριστοτελικούς συναδέλφους του: «Ο Γαλιλαίος έκανε έξοχη χρήση του Αγίου Αυγουστίνου και για ένα διάστημα είχε περισσότερη υποστήριξη από τους ανώτερους εκκλησιαστικούς κύκλους της Ρώμης παρά από τους αριστοτελικούς συναδέλφους του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας» (Herbert Butterfield, The Origin of Modern Science, σ. 62).
«Ποτέ δεν βρήκα τίποτε, στην επιστήμη μου, που να μπορώ να αντιτάξω στην Θρησκεία», υποστηρίζει ο  Albert Einstein. «Οπουδήποτε και οσονδήποτε βαθιά αν προσηλώσουμε τα βλέμματά μας, πουθενά δεν βρίσκουμε καμία αντίφαση μεταξύ της θρησκείας και των φυσικών επιστημών· αντιθέτως μάλιστα, εις τα κρισιμότερα ακριβώς σημεία βρίσκουμε πλήρη συμφωνία», υποστηρίζει ο Max Planck, στα 1937, σε διάλεξη με θέμα «Θρησκεία και Φυσική» - επίσης: Max Planck, Religion und Naturwissenschaft, 7η έκδ., Leipzig, σ. 30 κ.εξ. «Στην ιστορία της επιστήμης, από τότε που έγινε η περίφημη δίκη του Γαλιλαίου, έχουν επανειλημμένα ισχυριστεί ότι η επιστημονική αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου. Μολονότι είμαι τώρα πεπεισμένος ότι η επιστημονική αλήθεια είναι ακλόνητη στο πεδίο της, δεν τα κατάφερα ποτέ μου να απορρίψω το περιεχόμενο της θρησκευτικές σκέψης σα δήθεν μέρος μιας ξεπερασμένης φάσης στη συνείδηση της ανθρωπότητας, ένα μέρος που θα πρέπει να το εγκαταλείψουμε από εδώ και εμπρός. Έτσι κατά την διάρκεια της ζωής μου βρέθηκα επανειλημμένα στην ανάγκη να προβληματιστώ πάνω στην σχέση μεταξύ των δύο αυτών περιοχών της σκέψης, γιατί ποτέ δεν κατάφερα να αμφισβητήσω την πραγματικότητα προς την οποία δείχνουν», υποστηρίζει ο μεγάλος φυσικός Werner Heisenberg.
 
6. Χριστιανική επιστημονικότητα και παγανιστική δεισιδαιμονία
Να σημειώσουμε, ότι στην Ορθόδοξη Ρωμανία ουδέποτε έπαψαν οι μορφωμένοι να πιστεύουν στη σφαιρικότητα της γης. Ο Μέγας Βασίλειος (4ος αι.), ο Γεώργιος Πισίδης (6ος –7ος αι.), ο Συμεών Σηθής (11ος αι.), ο Θεοφύλακτος Αχρίδος από την Εύβοια (11ος –12ος αι.) κ.ά. πίστευαν ότι η γη είναι σφαιρική κι όχι επίπεδη.
Αρκεί, για να ασχοληθούμε και με τους νεοπαγανιστές, μια σύγκριση της άποψης των «θεών» και της Παλαιάς Διαθήκης για την επιστήμη της Ιατρικής. Ενδεικτικά:
Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Γ’, X, 3-4:
3.(..) Έγινε (ο Ασκληπιός) μάλιστα χειρουργός και ασκώντας την τέχνη αυτή για πολύν καιρόν όχι μόνο εμπόδιζε μερικούς ανθρώπους να πεθαίνουν, αλλά ανέσταινε και τους πεθαμένους. (..)
4. Αλλά ο Ζευς από το φόβο μήπως οι άνθρωποι μάθουν την ιατρική απ’ τον Ασκληπιό και βοηθούν έτσι ο ένας τον άλλο, τον κατακεραύνωσε.
Φίλος της επιστήμης, και προ παντός φιλάνθρωπος ο Ζευς. Φοβήθηκε μήπως μάθουν την ιατρική και αλληλοβοηθούνται για το καλό τους. Πολυθεϊσμός κι Επιστήμη. Να και τι λέει ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης:
Σοφία Σειράχ, ΛΗ’
1. Τίμα τον ιατρόν όπως του αρμόζει, διότι ο Κύριος τον έκαμε αυτόν.
2. Από τον Ύψιστο προέρχεται η ίασις και παρά βασιλέως θα λάβει ο γιατρός δώρα για αυτήν.
4. Ο Κύριος όρισε να φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα από τη γη (..)
6. Ο ίδιος ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους την (ιατρική) επιστήμη, ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά του έργα.
7. Δια των ιατρών και των φαρμάκων γιατρεύει ο Θεός και αίρει τον πόνο (..)
12. Να προσφύγεις και στον ιατρό, γιατί και αυτόν ο Θεός τον δημιούργησε. Μην απομακρυνθείς από κοντά του, γιατί έχεις την ανάγκη του.
13. Πολλές φορές η θεραπεία είναι στα χέρια των ιατρών.
14. διότι και αυτοί με τη σειρά τους προσεύχονται στον Κύριο, για να κατευοδώσει τις  προσπάθειές τους (...)
            Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν πλάκωσε ο λοιμός, προσπαθούσαν με μάγια να γιατρευτούν. Αλλά «ως και οι παρακλήσεις στους ναούς και τα μαντεία κι ό,τι άλλο τέτοιο μέτρο απελπισίας πάρθηκε βγήκαν όλα ανώφελα, ώσπου, τέλος, νικημένοι από το κακό, τα παράτησαν» (Θουκιδίδης, 2, 47). Μάλιστα, όσοι επιζούσαν από την πανώλη, είχαν την κρυφή ελπίδα ότι στο μέλλον δεν θα πέθαιναν ποτέ από κανένα άλλο νόσημα (Θουκιδίδης, 2, 51)! Η αντιτεχνολογική ψύχωση των «θεών» και της αρχαίας ελληνικής θρησκείας φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις, στην πράξη κι όχι απλά σε μυθολογικά κείμενα:
1) Το Μαντείο των Δελφών απαγόρευσε τη διάνοιξη ισθμού στους Κνιδίους. Οι Κνίδιοι πολιορκούνταν από κάποιον εχθρό και ήθελαν να μετατρέψουν τον ισθμό σε διώρυγα, κάνοντας έτσι την πόλη τους τεχνητό νησί. Ο χρησμός των Δελφών προς τους Κνίδιους έλεγε: «Το χτίσιμο παράτα το, το σκάψιμο άστο, γιατί αν ήθελε ο Δίας νησί, θα το είχε φτιάξει»  (Ηρόδοτος, 1, 174). Οι Κνίδιοι δεν προχώρησαν στην εκσκαφή της διώρυγας, έχασαν τον πόλεμο και υποδουλώθηκαν στους Πέρσες. Ό,τι θέλει ο Δίας λοιπόν κι όχι η επιστήμη. 
2) Στους Πέρσες του Αισχύλου (στ. 749 κ.ε.), το φάντασμα του Δαρείου (δηλαδή η κοινή γνώμη των θρησκευόμενων Ελλήνων του πέμπτου αιώνα π.Χ.) διατείνεται πως η γεφύρωση του Ελλησπόντου ήταν έργο ενάντια στη βούληση των θεών. 
3) Ο Αναξαγόρας εξορίστηκε από τους Αθηναίους του Χρυσού Αιώνα, όταν είπε πως ο Ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια πύρινη σφαίρα στον ουρανό. Να η απόδειξη πως, όταν «θεός» σημαίνει τμήμα της Φύσης κι όχι τον Άκτιστο, εξωκοσμικό, Ένα Θεό, τότε η έρευνα του «θεού»-τμήματος της Φύσης συνιστά ασέβεια και αθεΐα.
4) ο τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος είχε σκεφτεί να  διανοίξει τον Ισθμό. Όμως οι θεοί τον απέτρεψαν με τον χρησμό του μαντείου των Δελφών: «Ισθμόν δε μη πυργούτε μηδ' ορύσσετε. Ζευς γαρ έθηκε νήσον ή κ' εβούλετο», δηλαδή, μη σκάβετε τον Ισθμό, γιατί ο Δίας έθεσε τη νήσο (Πελοπόννησο) την οποία και ήθελε». Δηλαδή, έχουμε ένα δεύτερο παράδειγμα, που αποδεικνύει ότι ο Πολυθεϊσμός ήταν εναντίον της επιστήμης και της χρήσης της επιστήμης για ειρηνικά έργα (και για αμυντικά-πολεμικά βέβαια). Δηλαδή και η διώρυγα του Σουέζ ή της Κορίνθου είναι ανθρώπινα έργα απαράδεκτα, για τους Παγανιστές.
5) Άλλωστε, ο περίφημος αστρονόμος Αρίσταρχος ο Σάμιος, πρώτος επιστήμονας που υποστήριξε ότι η γη δεν είναι το κέντρο του κόσμου, αλλά περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, μηνύθηκε από τον στωικό Κλεάνθη για ασέβεια προς τους θεούς με την κατηγορία: «ως κινούντα του κόσμου την εστίαν (=Γη)» (Πλούταρχου, Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης, 6 (923a)). Ο πανθεϊστής στωικός Κλεάνθης έγραψε ειδική πραγματεία Προς Αρίσταρχον (Διογένης Λαέρτιος, VII, 174). Ο Διογένης ο Κυνικός «ισχυριζόταν ότι πρέπει να παραμελούμε τη μουσική, τη γεωμετρία και τις παρόμοιες επιστήμες, επειδή είναι άχρηστες και περιττές» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 73).
Με άλλα λόγια, ο Πολυθεϊσμός όχι μόνο δεν έχει σχέση με τα όποια επιστημονικά επιτεύγματα επέδειξε ο αρχαίος Ελληνισμός, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, αλλά κατεδίωξε την επιστήμη. Ως αποτέλεσμα, επιστήμες όπως η αστρονομία, αν δεν ταυτιζόταν με την αστρολογία, θεωρούνταν από τον όχλο των Πολυθεϊστών ποινικά κολάσιμες. «Η αποδοκιμασία προς την μετεωρολογία ήταν πολύ κοινή. Πίστευαν πως δεν ήταν μόνο ανόητη και αυθάδης (Γοργίας Ελ. 13, Ιππ. Αρχ. Ιατρική 1, Πλάτ. Πολ. 488e, κ.λπ.), αλλά επίσης και επικίνδυνη για τη θρησκεία (Ευρ. απ. 913, Πλάτ. Απολ. 19b, Πλούτ. Νικίας 23), και στην λαϊκή σκέψη είχε συνδεθεί ειδικά με τους σοφιστές (Εύπολις απ. 146, Αριστοφ. Νεφ. 360, Πλάτ. Πολιτικός 299b)» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 275).
Φυσικά, είναι ανιστόρητη η άποψη πως δεν υπήρξε αρχαία ελληνική επιστήμη. Υπήρξε, με πειράματα και εφαρμοσμένα αποτελέσματα. Αλλά αυτό συνέβη μόνον στην ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή εποχή (εποχή παρακμής, σύμφωνα με τους αρχαιόπληκτους): όταν δηλαδή είχε ξεπέσει και ξεφτίσει η κλασσική αρχαιοελληνική θρησκεία άρχισαν να γίνονται σημαντικοί πρόοδοι στην επιστήμη (Ήρων ο Αλεξανδρεύς κ.ά.), με πειράματα κι επιστημονική σκέψη και πρακτική. Όταν έπαψε ο μπαμπούλας του Δία να σημαίνει κάτι, έπαψε κι ο άνθρωπος να φοβάται την επέμβαση στη φύση, και τότε ανεπτύχθη η αρχαία τεχνολογία.    
Ο Χριστιανισμός, πάντως, βοήθησε στην επιστημονική έρευνα, απορρίπτοντας απόψεις όπως ότι τα υλικά ουράνια σώματα είναι θεϊκές οντότητες, και δεν εναντιώθηκε στην Ελληνική Επιστήμη, αλλά μόνο στον δεισιδαιμονικό Πολυθεϊσμό, ο οποίος αντιδρούσε κατά της Ελληνικής Επιστήμης.
Στην πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός ήταν αυτός, που αποδιώχνοντας την πολυθεϊστική δεισιδαιμονία και άρνηση προς την επιστήμη, και βάζοντας στη σωστή θέση της την πίστη και την επιστήμη, άνοιξε το δρόμο για τη γνώση του κόσμου που απολαμβάνουμε σήμερα δια της επιστήμης. Γι' αυτό και η σύγχρονη προηγμένη επιστήμη, σε Χριστιανοθρεμμένες κοινωνίες αναπτύχθηκε, και όχι σε παγανιστικές.
Ι. Ταχός

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΟΡΦΕΑ .

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΟΡΦΕΑ .

ΠΛΑΣΤΟΣ Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΟΡΦΕΑΣ


Ο σημαντικός μελετητής της Ορφικής παράδοσης W.K.C. Guthrie στο βιβλίο του «Ο Ορφέας και η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία»- Εκδόσεις Καρδαμίτσα ISBN 960-354-096-X, στις σελίδες 391-404 κάνει μια σύγκριση μεταξύ Χριστιανισμού και Ορφισμού και παραθέτει σημεία του Ορφισμού τα οποία χρησιμοποίησαν οι Χριστιανοί για να παρουσιάσουν ομοιότητα της θρησκείας τους με τον Ορφισμό.
Στις σελίδες 396-397 αναφέρεται στον σφραγιδόλιθο με τον εσταυρωμένο Ορφέα και διατυπώνει την άποψη ότι αυτό αποτελεί μεταγενέστερη Χριστιανική παρομοίαση του Ορφέα και όχι γνήσια Ορφική παράδοση, στο τέλος δε του βιβλίου παραθέτει αναφορά του διασήμου μελετητή των Ορφικών Otto Kern ο οποίος καταλήγει στην διαπίστωση ότι ο σφραγιδόλιθος αυτός είναι κίβδηλος.
Ας δούμε τι γράφει λοιπόν ο Guthrie για το θέμα αυτό :
«Στο μέρος αυτής της έρευνας ανήκει και η αναφορά του παράξενου και πολυσυζητημένου σφραγιδολίθου ή φυλαχτού που βρίσκεται στο Βερολίνο
Το σχέδιο πάνω στην σφραγίδα αυτή, που χρονολογείται τον τρίτο ή τέταρτο αιώνα μ.Χ, δείχνει έναν σταυρωμένο άνδρα.
Πάνω από το σταυρό βρίσκονται ένα μισοφέγγαρο και επτά αστέρια και εκατέρωθεν και από κάτω βρίσκεται η λεζάντα ΟΡΦΕΟC ΒΑΚΚΙΚΟC. Αυτό συνήθως θεωρείται ότι είναι έργο κάποιας γνωστικής αίρεσης, που παρουσιάζει συγκρητισμό ορφικών και χριστιανικών ιδεών.
Οπως ακριβώς ο Χριστός εικονίζεται στα χριστιανικά μνημεία με τα χαρακτηριστικά του Ορφέα, έτσι και εδώ, ως φόρος τιμής από την άλλη πλευρά, ο Ορφέας παρουσιάζεται με την στάση του Χριστού.
Ο Eisler (Orpheus 338 κ.ε) υποστηρίζει με μεγάλη επινοητικότητα ότι το σχέδιο αυτό έχει καθαρά παγανιστική προέλευση. Προτείνει ότι υπήρχε επίσης μια παλιά παράδοση για την σταύρωση του Ορφέα, αντλώντας επιχειρήματα από μια μεμονωμένη παράδοση που διέσωσε ο Διόδωρος (3.65) , ότι ο Λυκούργος, ο εχθρός του Διονύσου, σταυρώθηκε από τον θεό. Και επίσης από ιστορίες ότι ο ίδιος ο Διόνυσος και άλλες διονυσιακές μορφές «δέθηκαν στο δένδρο».
Δεν είναι παρά σύμπτωση το ότι μέσα στα σπαράγματα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας που μας παραδόθηκαν δεν σώθηκε καμία ανάμνηση για αυτό. Το ισχυρότερο επιχείρημα υπερ της άποψης αυτής είναι ότι οι χριστιανικές παραστάσεις της Σταύρωσης στην τέχνη δεν είναι παλιότερες από τον πέμπτο ή έκτο αιώνα. Επρεπε βέβαια να ξεπραστεί μια τεράστια προκατάληψη.
Ο ιστορικός ιδρυτής μιας νέας θρησκείας απεικονίστηκε σαν ένας κοινός κακούργος στην κρεμάλα.
Ομως αν πρόκειται να πιστέψουμε ότι η πλήρης άγνοια που έχουμε για τον εσταυρωμένο Ορφέα είναι σύμπτωση, τότε βέβαια δεν είναι υπερβολικό να πιστέψουμε ότι η έλλειψη παλιότερων παραστάσεων της χριστιανικής Σταύρωσης μπορεί επίσης να είναι συμπτωματική.
Είναι σαφές ότι ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας δεν γνώριζε καμιά ιστορία για την σταύρωση του Ορφέα ή του Διονύσου. Διακήρυττε(πο. 1.54) ότι η ιστορία του Διονύσου επινοήθηκε από «δαίμονες», για να ταιριάζει με μια ορισμένη προφητεία στη Γένεση (49.10 κ.επ.) με σκοπό να σπείρει την αμφιβολία για τον αληθινό Χριστό. Για τον λόγο αυτό, έβαλαν μέσα σε αυτή και σε άλλες ιστορίες για εκείνους που τους αποκαλούσαν γυιούς του Δία, την θεική πατρότητα, την γέννηση από την παρθένα, το πάθος κ.ο.κ «Ομως» λέει στην συνέχεια (κεφ. 55) «δε μιμήθηκαν ποτέ την Σταύρωση, ούτε την απόδωσαν σε κανέναν από τους γυιούς του Δία, γιατί δεν την κατάλαβαν, αφού όλα όσα λέγονται και σχετίζονται με αυτήν έχουν διατυπωθεί με σύμβολα».
Η μαρτυρία αυτή εξασθενίζει οερισσότερο ένα επιχείρημα για το οποίο ακόμη και ο πολυμαθής συγγραφέας του δεν θέλησε να διεκδικήσει volle Sicherheit έτσι, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το αίνιγμα της σφραγίδας έχει λυθεί. Όμως η ίδια η πρόταση του και οι μαρτυρίες που παρέχει γι’αυτήν έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και αξίζουν να γίνουν ευρύτερα γνωστές, όπως πολλές από τις γνώσεις του Dr. Eisler.
Παραμένει μυστήριο, ποιός είχε την τόλμη να χαράξει το όνομα του μυθικού αρπιστή κάτω από το σκυμμένο κεφάλι και τ’απλωμένα χέρια.
Οποιος και αν ήταν, καθώς κοιτάζουμε την σφραγίδα του και σκεφτόμαστε ποιά μπορεί να ήταν η θρησκεία του και η πνευματική του κατάσταση, η άποψη μας για τις θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής βαθαίνει και φωτίζεται.
Στις δε συμπληρωματικές σημειώσεις του βιβλίου στην σελίδα 412 γράφει :
«Στην κριτική του βιβλίου αυτού στο Gnomon 1935,476 ο Kern μετανιώνει και ισχυρίζεται πως έχει πειστεί από τα λεγόμενα των εμπειρογνωμόνων J.Reil και R. Zahn (Αγγελος, Arch f. Neatest. Zeitgesch. Und Kulturkunde, 1926, 62 κ.ε.) ότι ο ημιπολύτιμος λίθος με την επιγραφή ΟΡΦΕΟC ΒΑΚΚΙΚΟC είναι κίβδηλος»
Παρατίθεται απόσπασμα από το Gnomon με την άποψη του Otto Kern στα Γερμανικά :
«Wenn ich hier die Freude habe, ein neues Denkmal an die Spitze aller Orpheusdarstellungen zu setzen, muß ich ein anderes, das mir fast als das jüngste aller monumentalen Zeugnisse für die orphische Bewegung erschien, streichen und bekennen, daß ich allein daran die Schuld trage, daß es nach der Publikation in den Orphicor. fragm. S. 46 test. 150 von R. Eisler und anderen jetzt auch von Guthrie, ohne Bedenken als glaubwürdiges Dokument gewertet wird. Diesem ist es offenbar entgangen, daß das Amulett mit dem Bilde des Crucifixus und der Inschrift ΟΡΦΕΟΣ ΒΑΚΚΙΚΟΣ im Kaiser Friedrich-Museum zu Berlin höchst wahrscheinlich eine Fälschung ist. Solchen hervorragenden Kennern dieser Materia wie Joh. Reil und Rob. Zahn, die dies im Ἄγγελος 2, 1926, 62ff. ausgesprochen haben, muß man Glauben schenken, und es ist daran kein Anstoß zu nehmen, daß auch dieser italienische Fälscher wie soviele — das Amulett stammt aus Italien, kam aus E. Gerhards Nachlaß in das Berliner Museum — gelehrte Kentnisse hatte und von der Beziehung des Orpheus zu Bakchos wußte.»
ΠΗΓΗ.ΟΡΦΙΚΗ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 

1 σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Απριλίου 22, 2013 in I.X.Θ.Υ.Σ

Γέροντας Κύριλλος: ο γλυκός, ο άγιος γέροντας της Ευβοίας

Γέροντας Κύριλλος: ο γλυκός, ο άγιος γέροντας της Ευβοίας

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΕΤΗΣΙΟ

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ

ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

Στην Ιερά Μονή Οσίου Δαυίδ του γέροντος, πάνω από τις Ροβιές της Εύβοιας, φτάνεις μέσα από μια μοναδική διαδρομή τυλιγμένη με ολοκάθαρο ζωογόνο οξυγόνο και δυνατό γαλάζιο πινέλο του ουρανού, ανάμεσα από πυκνά πεύκα, μικρολίβαδα και αγριολούλουδα, ένα παραδεισένιο τοπίο, που σε γεμίζει δέος για τον έξοχο Δημιουργό του!
Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη περίμενε πάντα μέσα! Το τρεχούμενο και άφθονο κρυστάλλινο Αγιονέρι, που ανάβλυσε με θαύμα του Οσίου Δαυίδ, ο πανέμορφος πέτρινος Ιερός Ναός, η εικόνα του επιβλητικού Οσίου με τα πλήθος ευχαριστήρια τάματα ιάσεων, ο τάφος του αγίου Γέροντος ΙακώβουΤσαλίκη και ιδίως το καλοσυνάτο και γλυκό χαμόγελο του μέχρι πρότινος ηγουμένου Γέροντα Κυρίλλου, που κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου 2012 μ.Χ.
Είχα φτάσει από μακριά, φορτωμένος προβλήματα και ερωτήματα στη Μονή. Μου είχαν πει να ζητήσω τογέροντα Κύριλλο, για τον οποίο πρώτη φορά είχα ακούσει και ποτέ δεν είχα δει μέχρι εκείνη την ώρα…
Μπήκα στο Ναό και προσκύνησα και αναπάντεχα σαν καλός άγγελος βρέθηκε πλάι μου ο γέροντας. Ταπεινός, απίστευτα φιλικός και πράος! Με το γλυκό του χαμόγελο, πριν προφτάσω να πω οτιδήποτε, με πήρε παράμερα στα στασίδια και μου είπε με το «ν» και με το «σίγμα» αυτό που με απασχολούσε και πιο ακριβώς ήταν το θέλημα του Θεού για να το κάνω!
Εκείνη την ώρα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει! Μα μόλις ανακουφισμένος και ανάλαφρος βγήκα από το Μοναστήρι σαν να πετούσα, τότε κατάλαβα τοθαύμαστό γεγονός! Ο γέροντας Κύριλλος είχε το διορατικό χάρισμα του Θεού. Έβλεπε μέσα, αλλά και πιο βαθιά από το μέσα, φτάνοντας στην αιτία ιδίως την πνευματική αιτία που προκαλούσε μια κατάσταση… Γιατί σε μια στιγμή, αφού μου είχε εξηγήσει τα πάντα από μόνος του – εγώ κουνούσα μόνο συγκαταβατικά το κεφάλι – με κοίταξε αυτή τη φορά πίσω από τα γυαλιά του, με μια ματιά που θα μου μείνει αξέχαστη, προσδιορίζοντάς μου με ακρίβεια και πολύ διάκριση την πνευματική αιτία της δικής μου τότε ακαταστασίας, από κάτι που είχε γίνει πολλά χρόνια πριν! Έτσι με έλεγξε μεν με πολύ αγάπη αλλά και ευστοχία και αποτελεσματικότητα, γιατί θεράπευσε απευθείας και την αιτία και ταυτόχρονα με το αποτέλεσμα!
Όσο απομακρυνόμουν από το Μοναστήρι, τόσο το συνειδητοποιούσα και έμενα έκθαμβος! Όταν μάλιστα έφτασα στη γραφική Λίμνη Ευβοίας, όπου και η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς που έσωσε το χωριό από ολοκαύτωμα των Γερμανών, τότε πια είχα έρθει σε πλήρη συνειδητοποίηση! Ρώτησα αμέσως τότε τη γυναίκα μου, μην τυχόν είχε πάει ποτέ, μην τυχόν είχε πάρει εκείνη ποτέ τηλέφωνο στο Γέροντα και του είχε πει τι με βασάνιζε! Και όμως πως ήταν δυνατόν, αφού ούτε και εκείνη τον γνώριζε, ούτε το Μοναστήρι είχε δει ποτέ σαν νεοφερμένη τότε, ούτε το τηλέφωνο ήξερε, ούτε το να βρεις και να μιλήσεις τον γέροντα στο τηλέφωνο ήταν εύκολο πράγμα! Και εγώ το ότι τον είδα, ήταν από μόνο του θαυμαστό!
«Ναι σου λέω, ξαναείπα στη σύζυγό μου, μου τα είπε όλα, ό,τι με βασάνιζε, ό,τι με απασχολούσε, χωρίς να προλάβω να βγάλω λέξη»!
«Πω, πω, πω», έκανε έκπληκτη η γυναίκα μου και ζήτησε να την πάω το γρηγορότερο στη Μονή, να πάρει την ευχή του Γέροντα Κύριλλου, όπως και έγινε!
Πήγαμε λοιπόν πάλι και μας δέχτηκε εκεί μέσα στον αγαπημένο μας πια Ναό του Μοναστηριού, με τόση αγάπη, με τόση γλυκύτητα, λες και ήταν πατέρας μας, λες και μας γνώριζε από χρόνια! Πράγματι ομόρφυνε τη ζωή μας! Έλυσε εκείνο που μας απασχολούσε και έφερε τέτοια ανακούφιση στις καρδιές μας, μόνο και με την παρουσία του δίπλα μας!
Μας σταύρωσε με την θαυματουργή κάρα του Οσίου Δαυίδ και συχνά μας έλεγε:
«Με το μέλι πιο πολλές μύγες πιάνεις»! Θέλοντας να τονίσει πως ο καλός τρόπος και η καλή συμπεριφορά φέρνει καλύτερα αποτελέσματα ακόμα και με τους πιο δύστροπους ή δύσκολους ή νευρικούς ανθρώπους. Κάτι το οποίο θα το καταλάβαινα πολλές φορές αργότερα…
Και πάλι:
«Το κακό δε χτυπιέται με το κακό. Το κακό μόνο με το καλό νικιέται! Να το θυμάστε αυτό»…
Κόντευε να τελειώσει η θητεία μου στην Εύβοια, όταν ξέσπασε μια κρίση με τον Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας στο νησί, ο οποίος είχε έναν ολίγο αυταρχικό τρόπο διοίκησης κλείνοντας με ευκολία τοπικά τμήματα και μετακινώντας προφορικά υπαλλήλους με ξαφνικές αποσπάσεις προκαλώντας σοβαρά προβλήματα και στο προσωπικό, αλλά και στα ίδια τα χωριά και τους κατοίκους, που μου συμπαραστάθηκαν από την πρώτη στιγμή, με διαμαρτυρίες και ανακοινώσεις και στις τοπικές εφημερίδες… Ο Γενικός όμως ήταν συνηθισμένος να κάνει το δικό του και να μη λογαριάζει τίποτα και κανέναν. Ήμουν πλέον υπ΄ ατμόν και υπό απόλυση, όπως εμμέσως ήδη μου ανακοινωνόταν και καταλάβαινα πια πολύ καλά πόσο σοβαρά είχαν γίνει τα πράγματα… Θυμήθηκα τότε τα λόγια του γέροντα Κυρίλλου: «με το μέλι πιο πολλές μύγες πιάνεις»… Αλλά το μέλι το είχα ξεχάσει και η «μύγα» θα μ’ έτρωγε…
Πήρα τότε το αυτοκίνητο και ξεκίνησα αμέσως για την Ιερά Μονή Οσίου Δαυίδ. Και ευτυχώς ο Γέροντας ήταν πάλι εκεί στον εσπερινό, στον τόσο πια οικείο και απαραίτητο μου ευλογημένο Ναό.
- Γέροντα, αυτό κι αυτό του είπα… Φταίω και εγώ βέβαια, γιατί μίλησα λίγο απότομα και φούντωσε…
- Με το μέλι πιο πολλές μύγες πιάνεις… έκανε με νόημα ο γέροντας, θυμίζοντάς μου τα σοφά λόγια που δεν τα είχα κάνει πράξη, αν και μου τα είχε πει από την πρώτη φορά, σαν να ήξερε…
-Έχετε δίκιο γέροντα, απάντησα κουνώντας το κεφάλι με απόγνωση…Έπρεπε να προσέξω περισσότερο, αλλά τώρα θα με απολύσουν…
- Ποιος, ο τάδε είναι; με ρώτησε.
- Αυτός γέροντα, είπα.
- Μια φορά για ώρες τον περίμενα έξω από το γραφείο του…
- Εσείς;…
- Ναι, είχε κλείσει άλλο ένα τμήμα σε ένα χωριό και πήγα να τον παρακαλέσω για λογαριασμό του κόσμου …
- Κι εγώ τι έπρεπε να κάνω;
- Έπρεπε να του πεις «ελάτε τώρα κύριε τάδε, εσείς που είστε τόσο καλός και τόσο σας εκτιμούμε όλοι… δεν θα μας το κάνετε αυτό και θα αφήσετε να λειτουργήσει το τμήμα…Με το μέλι πιο πολλές μύγες πιάνεις…
- Έχετε δίκιο γέροντα… Αλλά τώρα τι θα κάνω; Θα με απολύσουν από ώρα σε ώρα…
- Μη φοβάσαι, πρόσθεσε. Όλα θα πάνε καλά…
Μια μεγάλη ανακούφιση ήρθε τότε στην ψυχή μου και γαλήνεψα… Τώρα η υπόθεσή μου θα ήταν στο κομποσκοίνι του Γέροντα Κύριλλου και στους φίλους του, τον Όσιο Δαυίδ, τον Γέροντα Ιάκωβο και τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο…
Και πράγματι, η φουρτούνα κόπασε έξαφνα… Και δεν με ενόχλησε ποτέ ξανά ο Γενικός… Ο θυμός και οι απειλές του, η αποφασισμένη απόλυσή μου, σβήστηκαν με μιας! Ήταν πραγματικό θαύμα…
Αλλά θαύμα ήταν και αυτό που έγινε μέσα μου… Και το Πάσχα – για να ξαλαφρώσω και τη συνείδησή μου – έστειλα και μια ευχητήρια κάρτα στον Γενικό με λίγα συμβολικά λόγια, δίνοντάς του με καλό τρόπο να καταλάβει ότι τότε είχα κάνει απλά, ό,τι θα έκανε και εκείνος στη θέση μου …
Μετά μάλιστα από καιρό, μια εργασία μου, επιλέχθηκε πρώτη ανάμεσα από όλο τον νομό, από τη …Γενική Διεύθυνση…
Γιατί πράγματι, όπως μου έμαθε ο Γέροντας Κύριλλος, «με το μέλι πιο πολλές μύγες πιάνεις»…
Εκείνον τον καιρό το Μοναστήρι ετοιμαζόταν να αγιογραφήσει ολόκληρο τον Ιερό Ναό και το μάθαμε από τον πάτερ-Γαβριήλ, το δεξί χέρι του Γέροντα και σημερινό πλέον Ηγούμενο… Αποφασίσαμε με τη σύζυγο να κάνουμε τότε και εμείς την εικόνα του Οσίου Ανδρέα του δια Χριστόν σαλού, τον οποίο ευλαβούμασταν πολύ, καθώς ήταν ο Όσιος που έκανε τον σαλό, τον τρελό για αγάπη του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη και είχε αξιωθεί να δει την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου, οφθαλμοφανώς, σε αγρυπνία, μέσα στον Ναό των Βλαχερνών, αλλά και αξιώθηκε να του δείξει ο Θεός τον ίδιο τον Παράδεισο! Επιπρόσθετα ο Θεός του είχε αποκαλύψει τα μέλλοντα σχετικά με την Πόλη και τον Αντίχριστο, με πολλές λεπτομέρειες με όλα όσα θα συμβούν κατά τόπους και την ανάληψη ακόμη του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος και εμποδίζει τον ερχομό του εχθρού…Πρόκειται για ένα βιβλίο-οδηγό επιβίωσης στο πλέον τόσο κοντινό, αυριανό πια μέλλον, που δεν πρέπει να λείπει από κανένα χέρι…
Όταν μετά από μήνες άρχισαν οι αγιογραφήσεις, το ανέφερα στον Γέροντα Κύριλλο, καθώς συζητούσαμε μόνοι στην αυλή και τότε σταμάτησε και μου είπε:
- Ξέρεις ότι χειροτονήθηκα την ημέρα της εορτής του; (σ.σ. 28 Μαΐου 1971)
- Στην εορτή του Οσίου Ανδρέα;
- Ναι…μου είπε και συνέχισε: Κάποτε αναρωτιόμουν τι θέση να έχει στον ουρανό ο Όσιος Ανδρέας ο διαΧριστόν σαλός… Και μια φωνή μου απάντησε στον ύπνο μου «Καθηγητής εστί»!
- Πω, πω γέροντα! «Καθηγητής»;
- Ναι… «Καθηγητής»!
Σε μια άλλη κουβέντα πάνω, εκφράζοντάς του την ευγνωμοσύνη μου για την τόσο πολύτιμη και καθοριστική βοήθειά του σε διάφορες στιγμές της ζωής μου στην Εύβοια, ξεχειλίζοντας από ταπείνωση, είπε:
«Ε, εμείς ψόφια σκυλιά είμαστε»!…
Ναι, αυτός ο άγιος γλυκός, πράος, καλοσυνάτος και τόσο φιλικός και προσιτός γέροντας, γεμάτος απλότητα, είχε την μεγάλη αρετή της ταπείνωσης, που είναι η βάση της αγιότητας και χαρακτήριζε τον εαυτό του με τη φράση «ψόφια σκυλιά»…
Ενώ εμείς, οι αμαθείς και περήφανοι, οι πάντα έτοιμοι για φασαρίες και έριδες, για εγωισμούς και συγκρούσεις, εμείς είμαστε «κάποιοι», είμαστε τελικά τα «λυσσασμένα σκυλιά»… Και εκείνος τα «ψόφια σκυλιά»!…
Κι ας άκουγα στο χωριό, από τους ίδιους τους ανθρώπους, τόσες και τόσες ιστορίες με θαύματα που τους έγιναν με την ευχή του! Επειδή σε κάθε δύσκολη περίσταση, στον Γέροντα Κύριλλο έτρεχαν… Γιατί «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού»…
Συμβούλευε ο Γέροντας Κύριλλος:
· Τα ανδρόγυνα πρέπει να είναι μαζί. Σε όλες τις μεταθέσεις πρέπει και η γυναίκα να έρχεται με τον άνδρα. Γιατί όταν ο άνδρας έχει τη γυναίκα του δεν κινδυνεύει… Ο Θεός θέλει τα ανδρόγυνα να είναι μαζί. Όχι χώρια!
· Να μη βάζετε άλλες γυναίκες στο αυτοκίνητο. Ποτέ να μην είσαστε με μια άλλη γυναίκα μόνοι στο αυτοκίνητο. Ποτέ!
· Μην κάνετε στους άλλους ή τις άλλες, ό,τι δεν θα θέλατε να κάνουν και οι άλλοι μεθαύριο στα παιδιά σας!
Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΥΡΙΛΛΟ
Το πώς κλήθηκε στο Μοναστήρι από τον ίδιο τον Όσιο Δαυίδ ο Γέροντας Κύριλλος, κοσμικός όντας ακόμη τότε, μας το παραθέτει μια μαρτυρία του π. Σταύρου Αναγνώστου, εφημερίου Ιστιαίας Ευβοίας, στην εφημερίδα «Στύλος Ορθοδοξίας», Ιούνιος 2005, που διηγείται πως στις 5 Δεκεμβρίου 1960, παραμονή του Αγίου Νικολάου, όντας ψάλτης στα χωριά Κούλουρη και Μαρούλη Ευβοίας (σ.σ. σημερινά Κούλουρος και Μαρούλι), ξεκίνησε με τη σύζυγό του και το κοριτσάκι τους για την Ιερά Μονή Οσίου Δαυίδ.
Στο Μοναστήρι συνάντησαν και άλλους προσκυνητές και ανάμεσά τους τον Γέροντα Κύριλλο, που είχε έρθει τότε μαζί με τη μητέρα του, εκμεταλλευόμενος μια άδεια που είχε από τον στρατό, όπου και υπηρετούσε τότε.
«Ήταν 2:45 π.μ. – διηγείται για εκείνη τη νύχτα ο π. Σταύρος – όταν οι καμπάνες του μοναστηριού άρχισαν να κτυπούν χαρμόσυνα. Πεταχτήκαμε έξω. Κτυπούσαν μόνες τους. Το γεγονός αυτό το εκλάβαμε ως το θαύμα που αναμέναμε. Εισήλθαμε πάλι στον Ναό.
Το ρολόι έδειχνε 3:00. Ξαφνικά η ματιά όλων μας επικεντρώθηκε στο πάνω μέρος του τέμπλου. Στο ύψος του μικρού παραθύρου στον λευκό τοίχο παρουσιάστηκε μια σκιά που τράβηξε σαν μαγνήτης την προσοχή μας. Διερωτηθήκαμε, τι προκαλεί αυτή τη μαύρη σκιά στον τοίχο;
Τότε είδαμε να προβάλλει το κεφάλι του Οσίου Δαβίδ, με τα λευκά γένια του, όπως ακριβώς είναι στην εικόνα η μορφή του. Φάνηκε ακόμη το πετραχήλι, καθώς και δύο ή τρεις σταυροί από το πετραχήλι! Κουνούσε το κεφάλι του. Στο χέρι του κρατούσε το θυμιατό. Άρχισε να θυμιάζει. Τα κουδουνάκια του θυμιατού ακουγόντουσαν δυνατά. Δάκρυα κατάνυξης πλημμύρισαν τους πάντες. Ικετεύαμε τον Άγιο να μας ελεήσει! Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα! Ο Άγιος έπαιρνε το θυμιατό στο αριστερό χέρι και με το δεξί ευλογούσε τον κόσμο!
Ομολογώ ότι το θυμάμαι όσο ζω και δεν θα ξεχάσω ποτέ μου την γλυκύτητα του προσώπου του. Μιαγλυκύτητα που αγαλλίαζε την ψυχή μου!
Τη στιγμή που ο Άγιος έσκυψε και προσκυνούσε, το κοριτσάκι (σ.σ. ένα κοριτσάκι από το χωριό Αγία Άννα που της φανερωνόταν ο Όσιος) φωνάζει δυνατά:
- Παναγιά μου! Χριστέ μου! Περνάει ο Χριστός, περνάει η Παναγία, ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος! Ανέφερε πλειάδα Αγίων για αρκετή ώρα.
Του λόγου μας διακρίναμε μόνο τον Όσιο Δαβίδ που έκανε αυτή την υπόκλιση. Εξ αυτών που έλεγε το κορίτσι δεν βλέπαμε τίποτε…
…Επί μία ώρα ο Όσιος Δαυίδ παρέμεινε ορατός δια γυμνού οφθαλμού μέσα στον Ναό του!
- Παιδιά μου ιδού ο Άγιος μας είναι εδώ κοντά μας. Να τον παρακαλείτε να σας βοηθάει πάντα. Ας αρχίσουμε όμως τώρα τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία” (σ.σ. είπε ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης).
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας συνομίλησα με τον τότε φαντάρο και φίλο μου και σημερινό Ηγούμενο της Μονής πατέρα Κύριλλο.
- Είδες Κώστα- είπα- απόψε τι έγινε;
- Ναι Σταύρο, ζωντανά πράγματα αυτά, έχω συγκλονισθεί. Όπως βλέπεις είμαι στρατιώτης και αυτή τη στιγμή σου λέω πως όταν απολυθώ θα έλθω κατευθείαν εδώ και δεν θα πάω στο χωριό μου. Γιατί πλέον θέλω να υπηρετήσω τον Άγιο τον οποίο απόψε είδα με τα μάτια μου. Θα μείνω μοναχός στην Ιερά Μονή του Αγίου, διότι όπως είδες και συ τον είδα ζωντανό, τι άλλη απόδειξη θέλω;
Πράγματι έτσι και έγινε. Όταν απολύθηκε πήγε στο Μοναστήρι. Σήμερα είναι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαβίδ.
Εύχομαι ολόψυχα να είναι πάντα Άξιος, να του δίδουν ο Όσιος Δαβίδ και ο Μακαριστός προκάτοχός του Ιάκωβος, δύναμη, κουράγιο και υγεία για να υπηρετεί τους πιστούς που προστρέχουν σε αυτό το λιμάνι, ώστε να βρουν την γαλήνη της ψυχής τους.
ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΥΡΙΛΛΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ
Και συμπληρώνουμε εμείς, τώρα που ο άγιος Γέροντάς μας Κύριλλος, είναι μαζί με τον Όσιο Δαυίδ και τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο στον ουρανό, να μην μας ξεχάσουν όλους μας και να είναι πλάι στον καθέναν μας αδιάλειπτα, όπως ήταν και εδώ στον κόσμο και καλύτερα πλέον, καθώς δεν υπάρχει πια το εμπόδιο των αναγκών και ασθενειών του σώματος…
Να γίνουν φρουροί των παιδιών μας, παρακαλώντας τον Θεό να τα δώσει ευσέβεια και πίστη… Γιατί σε αυτά βρίσκει ανάπαυση, αγαλλίαση και προορισμό η ψυχή του ανθρώπου, αλλά και μέλλον η Πατρίδα…
Γέροντα Κύριλλε, γλυκές μας Γέροντα, καλέ μας και στοργικέ μας, σε ευχαριστούμε και σε ευγνωμονούμε για κάθε βοήθεια, κάθε προσευχή, κάθε ευχή σου! Διότι «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη»!
Δόξα στον Τριαδικό Θεό που στόλισε τις ημέρες και τη ζωή μας, με ένα τόσο καλό και άγιο παιδί Του! Με τον αγιασμένο Γέροντα Κύριλλο!
Γέροντα Κύριλλε, πρέσβευε υπέρ ημών!
Την ευχή του να έχουμε! Αμήν!
ΠΗΓΗ:  http://www.noiazomai.net/kyrillos.html-OMOΘΥΜΑΔΟΝ
 

Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την στο Απριλίου 23, 2013 in AΞΙΟΛΟΓΑ