Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Βήματα ποιμαντικῆς ἐμπειρίας....

Βήματα ποιμαντικῆς ἐμπειρίας....
Στόν ἀγαπητό μου παπα-Θεοδόσιο, χαιρετισμός
Εἶναι τόσο φαρμακερή κάποτε ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά σέ σκοτίζει, νά σέ ἀποσυντονίζει, νά σοῦ γεμίζει τήν ψυχή αἰχμηρές ἀκίδες πού τόσο σέ πλήγώνουν. Γιατί κακά τά ψέματα ἄνθρωπος εἶσαι· κι ὅταν δεῖς νά μεταβάλλεται συμπεριφορά κάποιων πού συνέδραμες καί εὐεργέτησες τόσο, τότε καταλαβαίνεις τό βάθος τῆς ἀνθρώπινης ἀτέλειας καί ἀνωριμότητας. Καί τοῦτο δέ, γιατί τότε σπουδάζεις ἐπιμελῶς πάνω στή γοητεία τῆς γόνιμης μοναξιᾶς, ἡ ὁποία καί σοῦ παρέχει τό προνόμιο τῆς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς καί τῆς προετοιμασίας γιά νά πορευτεῖς τήν ὁδό τῆς αὐτογνωσίας.
Ὡστόσο, ἡ αὐτογνωσία, πού εἶναι τό "τέλος τῆς τῶν ἀρετῶν ἐργασίας"(Ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος), δέν ἐπιτυγχάνεται μέ μεθόδους τοῦ κόσμου, πού σκοτίζουν ἐπικίνδυνα τήν ψυχή, ἀλλά μέ τή συνδρομή ἔμπειρου πνευματικοῦ ὁδηγοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς ἄλλος Μωυσῆς , σέ καθοδηγεῖ στήν προσωπική σου γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στή ἐπίγνωση "τοῦ ὁρᾶν τά πταίσματά σου καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν σου"(Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος). Τότε ἡ ἀδιαφορία τοῦ ἄλλου, τό μαχαίρωμα καί ἡ δηκτική του διάθεση ἀρχίζουν, σιγά-σιγά, νά μεταβάλλονται σέ ὀχυρώματα, τά ὁποῖα σέ βολεύουν κάλλιστα νά κρυφτεῖς καί νά διασωθεῖς , ἔχοντας πάντα ἐμβιωμένο τόν Γεροντικό λόγο: "Ἐάν μή εἴπῃ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ .ανθρωπος, ὅτι ἐγώ μόνος καί Θεός, ἐσμέν ἐν τῷ κόσμῳ, οὐ ἕξει ἀναπαυσιν"( Ἀββᾶς Ἁλώνιος). Ἤ, ὅπως ἐπιμηκίνει τήν ἔννοια τοῦ ἁγιασμένου αὐτού ἀποφθέγματος σύγχρονος Γέροντας: "Ἐξαρτᾶσαι ἀπό τούς ἄλλους, παιδί μου, γι᾿ αὐτό καί σέ πειράζουν τά λεγόμενά τους"
*******************
Ὅλ᾿ αὐτά τά χρόνια τῆς ἱερατικῆς μου θητείας ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν μέ ἐγκατέλειψε. Μέ ἐπισκεπτόταν καθημερινά. Ἐγώ δέν τό καταλάβαινα, γιατί πολλές φορές τύχαινε νά ζῶ μέσα στό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, πού προβάλλει τήν φιλαυτία, τήν κενοδοξία, τίς διοικητικές ἰκανότητες καί φυσικά τή δυνατότητα νά προβληθεῖς στά μάτια τοῦ κόσμου, ὥστε νά θεωρηθεῖς πώς εἶσαι ὁ πετυχημένος. Ἄλλωστε γιά τόν κόσμο ἕνα πράγμα μετράει: τό νά κατορθώνεις νά εἶσαι πάντα τό πρόσωπο τῆς ἐπικαιρότητας μέ ὅποιο κόστος ἔχει αὐτή ἡ μέριμνα γιά προβολή. Κι ὅμως αὐτές οἱ λέξεις - κλειδιά υἱοθετοῦνται καί ἀπό πολλούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους, γιατί μόνον ἔτσι ἐκεῖνοι βλέπουν νά ἀποδεικνύεται ἡ σωστή κι ἐπιτυχημένη "διακονία"...
Ὡστόσο, πρέπει νά προστεθεῖ καί τοῦτο σ᾿ ὅλ᾿ αὐτά: πώς τέτοιες καταστάσεις-μέριμνες τίκτουν δυστυχῶς τίς περισπάσεις ( πρβλ. Λκ.10, 41-42), οἱ ὁποῖες ἀντιστοιχοῦν μέ τή διαταραχή τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ποιμένα. Χώρια πού μέσα σ᾿ αὐτά προστίθενται καί οἱ ἀλαζονικές διαθέσεις, ὥστε νά ἐπικεντρωθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν ἄλλων σέ σένα· πράγμα πού ἀντιστοιχεῖ μέ τήν ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ σου. Κι ἀδιαμφισβήτητα σκοπός καί χρέος σου εἶναι ἡ ἐξίσωσή σου καί μέ τόν ἐλάχιστο πιστό κι ἀκόμη παρακάτω, ὥστε μέ διάθεση προσφορᾶς κι ὄχι ζητείας, νά καταφέρεις νά ἐπουλώσεις τίς πληγές τῶν τραυμάτων πού ἐσωτερικά φέρουν, ὡς πάθη-πλήγές, τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ἡ θεραπεία, ἄν φυσικά τό ἐπιθυμοῦν καί τό ὑπομένουν. Γιατί μιά τέτοια διαδικασία καί μακροχρόνια εἶναι, ἀλλά ἀπαιτεῖ σύν τοῖς ἄλλοις καί ἐπώδυνο μαρτύριο . Πού κάποτε, δίχως τή συναντίληψη τῶν ἀδελφῶν, ἀλλά καί κάποιων, μετρημένων πάντα στά δάχτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ πιστῶν, γίνεται βρόγχος ἐπικίνδυνος. Καί γιά σένα καί γιά τόν κάθε πονεμένο καί τραυματισμένο συνάνθρωπο.....

Μνημόσυνο ψυχῶν ἀγαπημένων

Μνημόσυνο ψυχῶν ἀγαπημένων
 
 
 
 
 
 
Πάντα ἀπομένει στή μνήμη ἐκείνη ἡ ἀπόβραδη ὥρα τῆς γιορτῆς τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ, στίς ἑφτά τοῦ Ἰανουαρίου. Γιατί ἐκεῖνες οἱ στιγμές, οἱ ὁποῖες μετεωρίζονταν μεταξύ τῶν ἔσχατων στιγμῶν τῆς μέρας καί τῶν πρώτων τῆς νύχτας, τῆς νύχτας πού σίμωνε σιωπηλή, κλεισμένη μέσα σ᾿ ἕνα μουντό, σταχτί τοπίο - πάντα ἔτσι τή θυμᾶμαι ἐκείνη τήν ὥρα- μοῦ δίνανε τήν ἐντύπωση πώς ἦταν ἕνα ἀπό τά πιό τραγικά σύνορα τοῦ βίου μου τῶν χρόνων ἐκείνων τῆς τρυφερότητας καί τῆς εὐαισθησίας: τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Ἕνα σύνορο πού ξαφνικά ἔπρεπε νά τό διαβῶ, ἀφήνοντας ἔτσι πίσω τίς χαριτωμένες καί ὄμορφες μέρες τοῦ Δωδεκαημέρου: μέρες εὐλογίας καί παραδείσιας βιοτῆς, καθώς οἱ πιό πυκνές ἐμπειρίες καί τά πλέον βασικά βιώματα σχηματίζονταν τότε. Βιώματα ἑόρτιων ἐμπειριῶν μέ ἀκτινοβολία ὅμως τέτοια πού νά φτάνει μέχρι σήμερα λαμπρή, καθάρια, καινούρια πάντα· καί τό κυριώτερο, νά θωπεύει τήν ψυχή σέ ὧρες πίεσης, ὧρες πνιγηρές, ὧρες ἀπότοκες κορυφαίας ἀγωνίας.
Κάποι᾿ ἀπ᾿ αὐτά καταθέτω ἀπόψε, καθώς σέ ὥρα νυχτερινή συλλογίζομαι τή γιορτή παράλληλα μέ τό παλιό μου τό χωριό, ἐκεῖ δηλαδή πού χωνεύτηκαν ὄνειρα, βιώματα, ἐμπειρίες καί φυσικά ὅ, τι τό ὡραῖο, τό γνήσιο καί χαραγμένο ἀνεξίτηλα μέσα μου.
Πάντα τήν ἀπόβραδη ὥρα αὐτῆς τῆς μέρας τοῦ Ἀη-Γιαννιοῦ ὁ νοῦς στέκει σιμά στή μεγάλη ἀναμμένη παραστιά τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ τῆς θειᾶς Εὐανθίας, ὅταν μαζί μέ τό μακαριστό Σταμάτη καθόμασταν συντροφεύοντάς τον, ἀφοῦ ἦταν πρὀσωπο μέ εἰδικές ἀνάγκες, καθώς λέμε σήμερα, καί κεῖνος μοῦ διηγιόταν πάντα, κουνώντας τό κεφάλι, πέρα-δῶθε, φανταστικές, ἀλλά ὡραῖες ἰστορίες, ὡσάν παραμύθια, γιατί ἦταν ἕνας γραφικός παραμυθάς ὁ Σταμάτης. (Ἀλήθεια, πῶς μπορεῖς νά λησμονήσεις "τό ναυαγό τοῦ μαύρου κύκνου!", ἕνα φανταστικό δηλαδή καί δικιᾶς του ἐπινόησης ἔργο, πού μᾶς ἔλεγε τά θερινά τά βράδυα ἔξω στά "Κάγκελα", σέ συνέχειες;) Ὅμως αὐτό πού συνοδεύει τή μνήμη εἶναι, μαζί μέ τά παραμύθια τοῦ Σταμάτη, τό μισοσκότεινο δωμάτιο, "ὁ κουραδοῦρος", ὅπως τόν λέγαμε στό χωριό, μέ τήν παλιά τήν κάμαρη βαμμένη χρῶμα καφέ σκοῦρο, τό παράθυρο μέ τήν παλιά τή σιδεριά πού κοίταζε κατά τό σταχτί τό πέλαγο, τόν γκρίζο οὐρανό, τό ὑπόλοιπο ἀπό τό"φαΐ", τό κρέας δηλαδή νἄναι περασμένο σ᾿ ἕνα καρφί, ψηλά στήν παρνταριά, πάνω ἀπό τήν τή πόρτα...Ἀπομεινάρι τοῦ Δωδεκαημέρου πού ἔφευγε μαζί μέ τή γιορτή τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ.
Τό σκηνικό ἀλλάζει· τούτη τή φορά εἶναι τό ἀβέρτο τοῦ φούρνου μας, ἔρημο σήμερα, κρύο, παρατημένο...
Ἡ γιορτή εἶναι γιά τό ξενητεμένο παιδί τοῦ παπποῦ, τό θεῖο τό Γιάννη.
Ἔχει στρωθεῖ ἕνα λιτό, ἀπέριττο τραπέζι πάνω στή γκλαβανή πού ὁδηγεῖ κάτω, μέ καλό τραπεζομάντηλο, μέ καρέ ὁμορφοκεντημένο. Ἐκεῖ πάνω ἔχει τοποθετηθεῖ ἡ "φουρτιέρα"μέ τά ροδοψημμένα ἀμυγδαλωτά, ἡ καράφα μέ τό ρακί καί τά μικρά ποτηράκια. Λίγες καρέκλες ἕνα γύρω στό μικρό δωμάτιο, δυό τρία σκαμνάκια, λιτά στρωσίδια στό πάτωμα, μιά παραστιά ζεστή, γερά ἀναμμένη, κι οἱ λιγοστοί ἐπισκέπτες...Ὅπως στή γιορτή τοῦ παπποῦ καί τοῦ πατέρα, στίς ἕξη τοῦ Δεκεμβρίου. Μόνο πού τώρα τά βιώματα ἔχουν ἕνα διαφορετικό χαρακτῆρα· κάτι σάν λύπη πού βραδυάζει, πού ἀποχαιρετοῦμε τίς γιορτές, πού σέ λίγο θά σβύσει ἡ λάμπα, θά ξημερώσει ἡ καθημερινότητα καί θά τελειώσει τό πανηγύρι, ὡσάν τή ζωή. Κατά τό νοτιά, ἐκεῖ πού ἦταν τό χαγιάτι, φαίνεται μέσ᾿ ἀπ᾿ τή τζαμόπορτα ἔνα κομμάτι θάλασσας μισοσκότεινης καί ἄχαρης. Κατά τή δύση, ἐκεῖ πού εἶναι τό παράθυρο φαίνεται ἡ Γλώσσα ἀχνοφωτισμένη ἀπ΄ τά λίγα ἠλεκρικά, τό Κάτω Χωριό θαμπό, παχνιασμένο, ἐνῶ ἀπό τό λούξ τοῦ μαγαζιοῦ τοῦ μπάρμπα-Παναή, πού ἦταν ἀπό κάτω ἀκριβῶς ἀνέβαιναν κάποιες καχεκτικές ἀχτῖδες καί σεργιανοῦσαν μέ περιέργεια πάνω στούς μαυροκίτρινους τούς τοίχους... Ἡ Μάνα, θεία ἡ Νίνα κερνοῦν..."Χρόνια πολλά"· εὐχές, λίγα λόγια κι ὕστερα ἡ σιωπή, τό σκοτάδι, ἡ παγωνιά, ἡ ἀπουσία...(Αὐτή τήν ἀπουσία τήν ἔνοιωσες ἀνήμερα, κάποια Χριστούγεννα, τοῦ 1971 ἤ τοῦ 72 θαρρῶ, ὅταν σεργιανώντας τό Κάτω Χωριό πέρασες ἀπό τό ἒρειπωμένο ἀπ᾿ τό σεισμό σπίτι τοῦ μπάρμπα Γιάννη τοῦ Μπάλλα, πού εἶχε ἂπομείνει μόνο ἡ πέτρινη σκάλα κι ἕνα κομμάτι τοῦ τοίχου τοῦ ἀβέρτου μέ τό παραθύρι. Καί ξαφνικά, καθώς κοίταζες αὐτά τά ἐρείπια σοῦ ἦλθε στό νοῦ ἡ τελευταία Χριστουγεννιάτική γιορτή πού πέρασε αὐτό τό σπίτι. Στρώθηκε κι ἐκεῖ γιορτινό τραπέζι, ἀκούστηκαν εὐχές κι ὕστερα ἦλθε ἡ μεγάλη στιγμή: νά ἐγκαταλειφτεῖ ὁ χῶρος καί νά μή ξανακουστοῦν εὐχές γιά καμμιά γιορτή...Μόνο ἡ ἀπουσία, ἡ ἐγκατάλειψη καί ἡ νοσταλγία νά σεργιανοῦν ἀναμεσα στά ἐρείπια μαζί μέ τίς ἱερές σκιές τῶν προγόνων...)
Νέα ἡ σκηνή καί πάλι. Νοτισμένη μέ δάκρυα, μέ τή φαρμακωμένη αἴσθηση τῆς φυγῆς, τῆς ξενιτείας. Τούτη τή φορά ὅμως σέ χρόνια σπουδῶν. Γιατί αὐτή ἡ μέρα, ἠ μέρα τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ ἦταν πάντα δεμένη ἄρρηκτα μέ τήν ἐπιστροφή στή μιζέρια τῆς ξενιτιᾶς, στήν προσαρμογή σέ νέα δεδομένα, στήν διαδικασία ἀλλαγῆς τοῦ ψυχισμοῦ, καθώς ἄφηνες τό φτωχό, πρωτόγονο καί "ξεπερασμένο" τόπο τοῦ χωριοῦ σου καί ἄνοιγες δρόμους στήν πόλη, ἔστω κι ἄν ἦταν ἐπαρχιακή πόλη.
Πάντα θά θυμᾶσαι τή σιωπηλή λιτανεία ὅλων τῶν παιδιῶν πού περίμεναν ὑπομονετικά στό Λουτράκι τό "ΚΥΚΝΟΣ", γιά νά ταξιδέψουν γιά τό Βόλο. Μἐ σφιγμένη τήν ψυχή ἀφήναμε τό φτωχό μας τό χωριό, πού ἀχνόφεγγε μέσα στή νύχτα ὡσάν εἰκονοστάσι, καί κινούσαμε γιά τόν ἄλλο μας τόν προορισμό: τό Σχολεῖο, τή μάθηση.
Χωριατόπαιδα τότε ἐμεῖς προσπαθούσαμε νά κρύψουμε τόν τόπο τῆς καταγωγῆς μας, γιατί ντρεπόμασταν... Τί κρίμα! Γιατί μέσα μας πέρασε ἕνα μήνυμα ἐντελῶς ἄχρηστο καί παράλογο· ὅτι δηλαδή ἐμεῖς ἤμασταν οἱ ἀδαεῖς, οἱ ἕλκοντες τήν καταγωγή ἀπό τόπο πού δέν εἶχε "προοδεύσει", ἀφοῦ οὔτε φῶς εἴχαμε, οὔτε ψυγεῖο, οὔτε τά ἄλλα ἀγαθά τῆς πόλης. (Ἀργότερα, ὅταν κατάλαβα τό σφάλμα μου, μετάνοιωσα· ὅμως τά χρόνια εἶχαν περάσει...)
Ξαναγυρίζω ὅμως στά λεγόμενά μου.
Στο ταξίδι προσπαθούσαμε νά συμμαζέψουμε τί σκέψεις μας, νά ὀνειρευτοῦμε ὅτι καθόμασταν δίπλα στήν παραστιά, ὅτι κοιτούσαμε τή φωτιά πού κλάδιζε πάνω στά ξύλα κι ὅτι ξημέρωναν Χριστούγενννα, Πρωτοχρονιά, Φῶτα... Μόνο πού τά φῶτα ἐτοῦτα τῆς προκυμαίας τοῦ Βόλου μᾶς προσγείωναν σέ μιά σκληρή πραγματικότητα, καθώς ἐκεῖνο τό κίτρινο φῶς, πού γινόταν πάνω μας γαλατένιο, μᾶς ἔδειχνε τό δρόμο τῆς νέας πραγματικότητας... Παύανε τότε τά ὄνειρα κι ἡ γιορτή τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ γινόταν χρόνο τό χρόνο ἡ συνειδητοποιημένη διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στόν τρυφερό κόσμο τῆς οἰκογένειας καί στήν πειθαρχημένη καθημερινή ὑποχρέωση...
7.1.03
π. Κων. Ν.Καλλιανός

«Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα»,

«Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα»,
θεολογικός σχολιασμός στο Εφεσ. 5, 33
Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως,
Αθήνα 1902
Περί του τις η αληθής ερμηνεία
Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ' ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν εαυτού σάρκα, συνιστά καθ' ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν .
Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε . Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης · «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα».
Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον ) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν . Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.
 
Περί φόβου
Ο φόβος είνε έμφυτον συναίσθημα τω ανθρώπω.
Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ως δειλία, ως δέος, ως τρόμος εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται κίνδυνος ζωής. Επίσης εκδηλούται το συναίσθημα τούτο ως ταραχή και ανησυχία εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται η προσβολή της τιμής ή περιουσίας του ανθρώπου δικαίως ή αδίκως.
Ο βαθμός της μείζονος ή ελάσσονος εκδηλώσεως του φόβου ή της ταραχής και ανησυχίας είνε ανάλογος ή τω μεγέθει του πραγματικού κινδύνου ή τω μεγέθει της διεγερθείσης φαντασίας. Το συναίσθημα του φόβου ενίοτε εκδηλούται και εν περιστάσεσι, καθ' ας ουδέν μεν το πραγματικώς απειλούμενον ή διακινδυνεύον καθ' ην ώραν ο άνθρωπος κατέχεται υπό του συναισθήματος τούτου, προκύπτει όμως εξ ενδεχομένου εν τω μελλόντι κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εξ αμελείας ημών εις τι των προσφιλών ημίν υποκειμένων. Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ή ως άκρα αγάπη προς τι ή ως άκρα ευλάβεια ή ως άκρα φροντίς ή ως αδιάλειπτη μέριμνα.
Κατά ταύτα ο φόβος, ως διαφόρως εκδηλούμενος κατά τας διαφόρους περιστάσεις και κατά διάφορα γεννώνται αυτόν αίτια, ανάγκη και διαφόρως να χαρακτηρίζηται . Όθεν ο μεν φόβος ο εκδηλούμενος ως δέος ή δειλία ή τρόμος, δύναται να ονομασθή φυσικός, ο δε φόβος ο εκδηλούμενος ως ταραχή και ανησυχία, ως και ο φόβος ο εκδηλούμενος ως αγάπη και ευλάβεια, δύναται να κληθή ηθικός. ʼρα ο φυσικός φόβος διαφέρει του ηθικού φόβου κατά τα διεγείροντα αυτόν αίτια.
Ο φυσικός φόβος είνε πάντοτε αδιαβλήτων παθών, ως μια μόνην έχων αφορμήν το κίνδυνο της απώλειας της ζωής. Ο ηθικός φόβος δεν είνε πάντοτε αδιάβλητο· διότι είνε διπλούς ως προερχόμενος από διάφορα κατά το ποιόν ηθικά αίτια της αγάπης και του μίσους. Ως δε εναντιώτατα τα γεννώντα αυτόν αίτια, εναντιώτατοι και οι χαρακτήρες αυτών. Ο μεν φόβος ο εκ της αγάπης γεννώμενος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και εκδηλούται ως ευαισθησία ψυχής υπέρ του αγαπωμένου προσώπου, ως μέριμνα, ως πρόνοια και ως περί αυτού φροντίς . Ο ιερός ούτος φόβος ορίζεται υπό του Θεοφυλάκτου ως επίτασις ευλαβείας λέγοντος «ὁ φόβος ( ὁ ἱερός ) ἐπίτασις ἐστιν εὐλαβείας ὥσπερ καί εὐλάβεια συνεσταλμένος φόβος»· και αύθις «φόβος ἐστίν αἰδώς καί εὐλάβεια καί ἐπιτεταμένη τιμή». Ο Οικουμένιος λέγει περί του φόβου τούτου τα εξής: «Φόβος τελειωτικός δέους μέν ἀπήλλακται, διό καί ἁγνός εἴρηται καί διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος»· και εν τη Αγία Γραφή η λέξη φόβος πολλάκις λαμβάνεται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας και δι ' αυτής εκφράζεται ο πόθος προς τελείαν επίγνωσιν και οικείωσιν του θείου. Ο φόβος ο εκ του μίσους είνε φόβος εναγής και εκδηλούται ως αποστροφή και απέχθεια προς τινα, ως αδιαφορία και εχθροπάθεια. Περί του φόβου τούτου ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Τό ἕτερον εἶδος τοῦ φόβου μετά μίσους γίνεται ᾧ δοῦλοι δεσπόταις κέχρηνται χαλεποῖς».
Ο ιερός φόβος είνε ο φόβος ο προς τον Θεόν, ο φόβος ο προς τους γονείς, ο φόβος ο προς τον σύζυγον και ο φόβος προς τους θείους και ανθρώπινους νόμους, και πηγάζει εκ της αγάπης.
Ο εναγής φόβος είνε φόβος κολάσεως. Αυτόν φονούνται οι παραβάται των θείων και ανθρωπίνων νόμων. Ούτος πηγάζει εκ του πονηρού συνειδότος . Η Εκκλησία συνιστά τοις εαυτής τέκνοις τον ιερόν, τον αγνόν και τον άγιον φόβον . Τούτο τον φόβο συνιστά και προς την ερχόμενην εις γάμου συζυγίαν, και υπό νέον ηθικόν νόμον τεθειμένην γυναίκα· ζητεί δε τούτο δια την ευτυχίαν αυτής της γυναικός.
Ο ιερός φόβος απαθής ων ουδέν επαπειλεί το δεινόν . Ο φόβος ούτος ως συναίσθημα ταυτίζεται τη αγάπη ευλάβειαν επί τη ψυχή εμποιών, ίνα μη δια την της αγάπης παρρησίαν εις καταφρόνησιν του ανδρός έλθη, ως λέγει πατήρ τις. Ο ηθικός αγνός φόβος είνε εν εκ των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ον η Αγία Γραφή ονομάζει φόβον Θεού. Εν τη Αγία Γραφή η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως φόβος Θεού· «ἀνήρ δίκαιος φοβούμενος τόν Κύριον». Ο φόβος του Θεού είνε αρχή σοφίας. Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου οἷόν τι πρῶτον σπάργανον · καί σοφία τόν φόβον ὑπερβᾶσα καί εἰς ἀγάπην ἀναβιβάσασα Θεοῦ φίλους ἡμᾶς καί υἱούς ἀντιδούλων ἐργάζεται»· και ο Σειράχ λέγει «Στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου ἀναθάλλων εἰρήνην και ὑγείαν ἱάσεως» ( κεφ. α΄ 15).
Τον φόβον του Θεού οι άγιοι πατέρες καλούσιν αγάπην προς τον Θεόν · «φόβος Θεοῦ ἀγάπην πρός αὐτόν ἐστιν · ἀγάπη δε σειρά τις, ἦς ἡ μέν τῶν ἀρχῶν ἐξαρτᾶται τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας, ἡ δε ἑτέρα ἅπτεται τῆς τοῦ Θεοῦ χειρός ἕλκοντος αὐτόν ἀεί πρός τόν αὐτοῦ φόβον». Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει «σωτήριος ὁ φόβος καί Ἁγιασμοῦ ποιητικός ἐστι».
Ο ιερός ούτος φόβος εν τη Αγία Γραφή ταυτίζεται προς την ευλάβειαν και την αγάπην προς τινα . Ούτως εννόησαν και ερμήνευσαν οι ερμηνευταί και μεταφρασταί της Καινής Διαθήκης. Εν τη εν Οξωνίω εκδοθείση ελληνιστί μεταφράσει της Αγίας Γραφής ο εν κεφ. ε΄ 33 στιχ . της προς Εφεσίους επιστολής μετεφράσθη «Πλήν καί σεῖς οἱ καθ' ἕνα, ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναίκα οὕτως ἄς ἀγαπᾷ ὡς ἑαυτόν · ἡ δε γυνή ἄς σέβηται τόν ἄνδρα». Εν τη λατινική μεταφράσει φέρεται ως εξής· «uxor autem videto, ut timeat virum». Το timeo ενταύθα, ως εξάγεται εκ της μεταφράσεως των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει την σημασία του ευλαβείσθαι . Εν τη γαλλική μεταφράσει των Παρισίων μεταφράζεται «que la femme respecte son mari». Εν τη ιταλική μεραφράσει «ed altresi la moglie riverisca il marito». Υπό ταύτην την έννοιαν τον στίχον τούτον άπασαι αι ευρωπαϊκαί γλώσσαι μετέφρασαν. Και εν τη αρχαία εβραϊκή γλώσση ο φόβος προς τον Θεόν ερμηνεύεται υπό των ερμηνευτών φόβος εκ σεβασμού, εξ ευλαβείας· ως ο εν τω Λευτικώ ιθ΄ 3 στιχ .: «θέλετε φοβεῖσθαι ἕκαστος τήν μητέρα αὐτοῦ καί τόν πατέρα αὐτοῦ» ερμηνεύεται, θέλετε σέβεσθαι και ευλαβείσθαι · καθώς και ο εν χωρίω Ιησού Ναυή δ΄ 14 στιχ . «καί ἐφοβοῦντο αὐτόν (τόν Ἰησοῦν Ναυῆ) καθώς ἐφοβοῦντο τόν Μωϋσῆν, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ» ερμηνεύεται υπό των λεξικογράφων του εβραιοελληνικού λεξικού M . N . Ph . Sauder και M. I. Trenel "comme ils avaient respecté Moise". Υπό αυτήν την σημασίαν απαντά και εν άλλοις χωρίοις του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Υπό ταύτη τη σημασία εχρήσατο τη λέξει και ο Απόστολος Παύλος, καθ' ου επιτίθενται λίαν αδίκως αι κυρίαι, τας οποίας ούτος εις μεγάλην υψώνει περιωπήν. Ώστε τα αίτια των διαζυγίων ουχί εκ τούτου του φόβου του υπό του Παύλου διδασκομένου προέρχονται, αλλ' αλλαχού δέον να ζητηθώσιν· ίσως ίσως εις την έλλειψιν του ιερού τούτου φόβου.

O ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ*»

O ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ*»
 

Υπό Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη
Αναπληρωτού Καθηγητού
της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
 
1. Η κατήχηση είναι μία θεμελιώδης λειτουργία της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου αφ’ ενός μεν γιατί προσφέρει την αυθεντική πρόταση στο περί Θεού ερώτημα, αφ’ ετέρου δε γιατί αποτελεί την αυθεντική απάντηση του ανθρώπου για την έμφυτη ροπή του προς μία υπερβατική θεία δύναμη, η οποία καθόρισε την αρχή της υπάρξεώς του και την εντελέχεια της όλης θείας δημιουργίας. Η αναφορικότητα αυτή του ανθρώπου προς μία υπερβατική θεία δύναμη έχει ανθρωποκεντρική αφετηρία καί αναγωγική κίνηση όχι μόνο στη θεολογία των θρησκειών, αλλά και στην φιλοσοφούσα διανόηση. Η αναφορικότητα του λόγου των όντων σε ένα υπερβατικό Λόγο της υπάρξεώς τους, όπως μορφοποιήθηκε στους προσωκρατικούς Έλληνες φιλοσόφους, συστηματοποιήθηκε στην περί των Ιδεών πλατωνική φιλοσοφία και στην περί ενός κινούντος ακινήτου αριστοτελική διδασκαλία, οι οποίες επηρέασαν βαθύτατα και τις θεοκεντρικές ερμηνείες των διαφόρων θρησκειών για τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο.
Είναι γενική η παραδοχή καί αδιαμφισβήτητη η διαπίστωση ότι το περί Θεού ερώτημα είναι μία έμφυτη και καθολική έκφραση της αναφορικότητας της υπάρξεως του ανθρώπου προς μία υπερβατική, προσωπική ή και απρόσωπη, θεία δύναμη, η οποία καθόρισε ή και καθορίζει συνεχώς τόσο την ύπαρξη, όσο και την εντελέχεια όλων των όντων. Η θεωρητική αμφισβήτηση ή απόρριψη της σχέσεως αυτής, όπως και η αγνωστικιστική σχετικοποίησή της, οι οποίες συστηματικοποιήθηκαν από τα αντιθεϊστικά ιδεολογικά συστήματα των νεωτέρων κυρίως χρόνων, όχι μόνο δεν κλόνισαν, αλλ’ αντιθέτως αναθέρμαναν και τις απωθημένες πτυχές της θρησκευτικής συνειδήσεως, οι οποίες είχαν ατονήσει από τις ποικίλες αγκυλώσεις των θρησκευτικών ηγεσιών στις διάφορες περιόδους της ιστορικής πορείας των θρησκειών μέσα στον κόσμο.
Οι αγκυλώσεις αυτές, οι οποίες προέκυψαν από τις αυτονόητες επιδράσεις των διαφόρων εθνικών και πολιτιστικών παραδόσεων στην πνευματική αποστολή των διαφόρων θρησκειών, περιόρισαν πολλές φορές την αξιοπιστία και σε ορισμένες περιπτώσεις αλλοίωσαν το ίδιο το περιεχόμενο του θρησκευτικού μηνύματος για τη ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο, οι συνέπειες από τά νοσηρά αυτά φαινόμενα υπήρξαν αναμφιβόλως επαχθέστερες για τον χριστιανικό κόσμο ιδιαίτερα κατά τους νεώτερους χρόνους αφ’ ενός μεν διότι οι μεγάλες ιστορικές διασπάσεις του εκκλησιαστικού σώματος κατά τον Ε΄ (Νεστοριανοί, Μονοφυσίτες), τόν ΙΑ΄ (σχίσμα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως) και τον ΙΣΤ΄ αιώνα (Προτεσταντική Μεταρρύθμιση) έπληξαν την ενότητα της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε διότι οι αναπόφευκτες ομολογιακές αντιπαραθέσεις ή και συγκρούσεις μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών αποδυνάμωσαν την αξιοπιστία της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας και άφησαν ευρύτατο πεδίο αμφισβητήσεως από την εκκοσμικευμένη κρατική θεωρία και την αντιθεϊστική ιδεολογία του ίδιου του λυτρωτικού μηνύματος του χριστιανισμού.
Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία, καίτοι δεν παρήγαγε ή υπέθαλψε στο σώμα της νοσηρά φαινόμενα συστηματικής αμφισβητήσεως ή και απορρίψεως της αναγκαιότητας του χριστιανικού μηνύματος για τον άνθρωπο και την κοινωνία, συμπαρασύρθηκε στην ανεξέλεγκτη λαίλαπα των δυτικών αντιθεϊστικών πολιτικών, ιδεολογικών και πνευματικών τάσεων και πλήρωσε βαρύ τίμημα στην ίδια της τη σάρκα κατά τους ΙΘ΄ και Κ΄ αιώνες. Αποδυναμωμένη από τη μακραίωνη και σκληρή δουλεία σε αλλόθρησκο κατακτητή, δεν είχε τα αναγκαία αποθέματα δυνάμεων για να αντιπαρατεθή προς τις νέες ιδεολογικές και κοινωνικές προκλήσεις, οι οποίες υποστηρίχθηκαν με ανεύθυνο τρόπο από την εκκοσμικευμένη κρατική εξουσία, γι’ αυτό και η αθεϊστική κομμουνιστική ιδεολογία του Μαρξισμού-Λενινισμού επιβλήθηκε χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις στους εμπερίστατους ορθοδόξους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι πέρασαν από τη βιαιότητα του αλλόθρησκου κατακτητή στην καταπίεση μιας εχθρικής κρατικής εξουσίας, χωρίς να έχουν την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία για να κατανοήσουν ή να ερμηνεύσουν τις νέες προκλήσεις των καιρών.
2. Υπό την έννοια αυτή, ο χριστιανικός κόσμος γενικώτερα και η Ορθόδοξη Εκκλησία ειδικώτερα έζησε για πολλούς αιώνες την πρόκληση της αποστασίας από τη χριστιανική πίστη, η οποία προερχόταν είτε από τη βίαιη αξίωση του αλλόθρησκου κατακτητή ή και από τη βίαιη καταπίεση της ομόδοξης κρατικής εξουσίας, γι’ αυτό και ήδη από τον ΙΣΤ΄ αιώνα η κατήχηση των πιστών έγινε πρώτιστο μέλημα της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας. Πράγματι, ο χριστιανός βρέθηκε κατά τους νεώτερους χρόνους πολλές φορές ενώπιον του αρχέγονου διλήμματος της εμμονής στην παραδεδομένη πίστη της κοινωνίας με τον Θεό ή της αποστασίας από την κοινωνία με τον Θεό, χωρίς να έχη πάντοτε την αναγκαία πνευματική προετοιμασία για να αποκρούση τους πειρασμούς ενός αντιφατικού και ραγδαίως μεταβαλλόμενου κόσμου. Εν τούτοις, η εμπερίστατη Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις αλλεπάλληλες σκληρές δοκιμασίες της δεύτερης χιλιετίας του ιστορικού της βίου, παρέμεινε προσηλωμένη στην πνευματική παρακαταθήκη της πατερικής παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας και διαφύλαξε αλώβητο τον εσώτατο πυρήνα της πνευματικής της εμπειρίας συνηγμένη γύρω από την Αγία Τράπεζα, η οποία λειτουργούσε ως αστείρευτη πηγή πνευματικής ακτινοβολίας περί της εν ημίν ελπίδος[1] και ως ομφάλιος λώρος για τη συντήρηση των πιστών στην εν Χριστώ καινή ζωή με την αδιάλειπτη μετοχή τους στον ευχαριστιακό δείπνο του Κυρίου. Έτσι, η λειτουργική εμπειρία των πιστών αναπλήρωνε με τον δικό της πνευματικό δυναμισμό το έλλειμα της κατηχήσεως και διαφύλλασε την πνευματική ακεραιότητα του εκκλησιαστικού σώματος και στους πλέον σκοτεινούς αιώνες της ιστορικής πορείας της Εκκλησίας.
Είναι πλέον κοινή η διαπίστωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε ακλόνητη την εσωτερική της ενότητα μέσα από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, γιατί παρέμεινε συνηγμένη γύρω από την Τράπεζα του Κυρίου καί βίωνε στη λειτουργική της εμπειρία το όλο περιεχόμενο της ιστορίας της εν Χριστώ σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.[2] Έτσι ο λόγος της Λειτουργίας και η Λειτουργία του Λόγου εμπεριέχουν κατά τρόπο περιεκτικό και μυσταγωγικό όλα τα στοιχεία της χριστιανικής πίστεως και εμπνέουν κατά τρόπο καθοριστικό όλες τις πτυχές του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου των πιστών. Εν τούτοις, η αποσύνδεση των πιστών από τη λειτουργική εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, η οποία επιβλήθηκε με διάφορους τρόπους από την αντιθεϊστική προπαγάνδα των ιδεολογικών συστημάτων ή και από την αντιεκκλησιαστική στάση της εκκοσμικευμένης κρατικής εξουσίας, απομάκρυνε τους πιστούς από την Αγία Τράπεζα και αποδυνάμωσε την κοινωνία τους με τον Θεό. Η πρόκληση της θεωρητικής ή πρακτικής αποστασίας από την πηγή της εν Χριστώ καινής ζωής είχε ως τραγική συνέπεια όχι μόνο την πνευματική σύγχυση του ανθρώπου, αλλά και την αδυναμία της Εκκλησίας να ασκήση την πνευματική της αποστολή σε ένα εχθρικό προς αυτήν θεσμικό πλαίσιο, το οποίο κατευθυνόταν από την εκκοσμικευμένη ή και αθεϊστική ιδεολογία του νεώτερου κρατισμού.
3. Η πνευματική λοιπόν αποστολή της Εκκλησίας κατά τους νεώτερους χρόνους δεν διαφοροποιείται ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, το οποίο επικεντρώνεται πάντοτε στη λειτουργική εμπειρία της πίστεως για όλα τα μέλη της, αλλά οφείλει να προσαρμοσθή στις νέες πνευματικές ανάγκες, οι οποίες προέκυψαν από τις ιδεολογικές ή πνευματικές ανάγκες, οι οποίες προέκυψαν από τις ιδεολογικές ή πνευματικές συγχύσεις μεγάλου αριθμού μελών της και κατά συνέπεια από την απομάκρυνσή τους από την Τράπεζα του Κυρίου. Υπό την έννοια αυτή, η ενίσχυση της κατηχητικής αποστολής της Εκκλησίας απέκτησε εξαιρετική σημασία κατά τους νεώτερους χρόνους και θα μπορούσε να υποστηριχθή η αναγκαιότητα της επιστροφής στην παράδοση των πρώτων αιώνων, αφού υπάρχει αναλογία τάσεως και κριτηρίων για την απαξίωση ή έστω την αποδυνάμωση της πνευματικής επιρροής της Εκκλησίας στην Κοινωνία.
Βεβαίως, στην ελληνική πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι ακόμη οξύ, όπως λ.χ. στους άλλους ορθοδόξους λαούς, λόγω κυρίως του συστήματος των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, το οποίο σέβεται το παραδοσιακό θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας στην κοινωνία και υποστηρίζει τη θρησκευτική αγωγή των νέων τόσο στή δημόσια, όσο και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έτσι, οι νέοι μας λαμβάνουν σημαντικές γνώσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία και για τις άλλες μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ενώ συνδέονται μέσα στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος και με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Εν τούτοις, η εκπαιδευτική αυτή διαδικασία είναι παραπληρωματική και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική αποστολή της Εκκλησίας να μυήση τους νέους στο λυτρωτικό μήνυμα της πίστεως, όπως αυτό βιώνεται στη λειτουργική της εμπειρία, στην οποία πραγματώνεται η ενότητα των μελών της μεταξύ τους και με τη θεία κεφαλή της Εκκλησίας, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Υπό την έννοια αυτή, τό κατηχητικό σχολείο, εντάχθηκε στο κέντρο της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας κατά τους νεώτερους χρόνους, γιατί η χριστιανική αγωγή των νέων κατηγορήθηκε σκόπιμα από τους εκπροσώπους της αθεϊστικής ιδεολογίας και του εκκοσμικευμένου Μοντερνισμού ως αναχρονιστική και ως μη συμβατή προς την αξίωσή τους για την αυτονόμηση του ανθρώπου από κάθε υπερβατική αυθεντία. Έτσι, η Εκκλησία υποχρεώθηκε να οργανώση το έργο της κατηχήσεως των νέων είτε μέσα στα πλαίσια της αποστολής της Ενορίας ή και μέσα από τις πρωτοβουλίες θρησκευτικών οργανώσεων με θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, η αυτονόμηση του κατηχητικού έργου των θρησκευτικών οργανώσεων από τη ζωή της ενορίας προκάλεσε ποικίλες πνευματικές συγχύσεις, οι οποίες αντιμετωπίσθηκαν με καχυποψία από την Ποιμαίνουσα Εκκλησία, επέτρεψε όχι μόνο τη συστηματική αμφισβήτηση των επιδιωκομένων σκοπών, αλλά και την απαξίωση των κατηχητικών σχολείων σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
4. Συνεπώς, η αποστολή της Διευθύνσεως Κατηχήσεως και Νεότητος της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την κατάλληλη προετοιμασία των στελεχών του κατηχητικού έργου επικεντρώνεται αφ’ ενός μεν στην άρση των πολλαπλών και σε ορισμένες περιπτώσεις απαραδέκτων συγχύσεων του παρελθόντος, οι οποίες οδήγησαν στην κοινωνική απαξίωση των κατηχητικών σχολείων, αφ’ ετέρου δε στην ανασύνδεση του κατηχητικού έργου με τη λειτουργική εμπειρία της ενορίας, η οποία δικαιώνει την κατήχηση και θεραπεύει τις οποιεσδήποτε ελλείψεις ή παραλείψεις των στελεχών της κατηχήσεως. ʼλλωστε, η οποιαδήποτε αυτονόμηση του κατηχητικού έργου από τη λειτουργία της Τραπέζης του Κυρίου, όπου ο προσφέρων καί ο προσφερόμενος είναι ο ίδιος ο Κύριος και τελειωτής της πίστεως ημών, μετατρέπει τη μυστηριακή εμπειρία της πίστεως σε ιδεολογικό σύστημα αρχών και ηθικών αξιών, διότι την αποσυνδέει όχι μόνο από τη χριστοκεντρική οντολογία της όλης μαρτυρίας της Εκκλησίας, αλλά και από τον κοινωνικό δυναμισμό του όλου εκκλησιαστικού σώματος, στο οποίο είναι «τα πάντα και εν πάσι Χριστός».[3] Υπό την έννοια αυτή, το όλο κατηχητικό έργο έχει ως αποστολή να οδηγή στην Αγία Τράπεζα, όπου ο ίδιος ο Χριστός προσφέρεται ως «φάρμακον αθανασίας»[4] και «αντίδοτον του μη αποθανείν»[5] προς πάντα άνθρωπον, διότι μόνο η μετοχή στην εν Χριστώ καινή ζωή δίνει νόημα στην οποιαδήποτε διδασκαλία των αληθειών της πίστεως, αφού ο Χριστός είναι η μόνη οδός, η μόνη αλήθεια και η μόνη ζωή[6] για κάθε πιστό.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η συμμετοχή στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας είναι όχι βεβαίως ανάθεση καθηκόντων, αλλά κυρίως ανάληψη ευθυνών για την αξιόπιστη μαρτυρία της πίστεως σε μία περίοδο πολλαπλών ιδεολογικών, πνευματικών και κοινωνικών συγχύσεων, οι οποίες συντηρούνται από θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες του δημοσίου βίου των λαών και απειλούν τα ιερά και τα όσια της πνευματικής τους κληρονομίας. Οι θιασώτες της πνευματικής συγχύσεως διαθέτουν και τα πρόσωπα και τα μέσα για την πραγματοποίηση των σκοτεινών τους επιδιώξεων, γι’ αυτό και επικεντρώνουν την αθέμιτη δράση τους στην αλλοτρίωση της πνευματικής ταυτότητας των νέων, οι οποίοι δεν διαθέτουν ένα συγκροτημένο κώδικα ηθικών αξιών για να εκτιμήσουν τους κινδύνους των ελκυστικών προκλήσεων των καιρών. Υπό την έννοια αυτή, τα στελέχη του κατηχητικού έργου της Εκκλησίας πρέπει να εμπνέονται από τις αρχές του χριστιανικού ήθους σε όλες τις εκφράσεις της ζωής και να βιώνουν την αναφορά τους στη λειτουργική εμπειρία για να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι διδάσκαλοι της πίστεως όχι μόνο με τους λόγους τους, αλλά και με τη συνέπεια του υποδείγματός τους.
Οι νέοι κατηχητές, Μακαριώτατε, που αυτή τη στιγμή ευρίσκονται ενώπιον της Υμετέρας Μακαριότητος εμπνέονται πράγματι από τις αρχές του χριστιανικού ήθους σε όλες τις εκφράσεις της ζωής τους και αγωνίζονται να βιώνουν την αναφορά του στη λειτουργική εμπειρία για να δυνηθούν να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι διδάσκαλοι-κατηχητές της πίστεως, όχι μόνο με τον λόγο τους, αλλά και με τη συνέπεια του παραδείγματός τους. Και αυτό το απέδειξαν με την τετράωρη παρουσία τους κάθε Σάββατο στα μαθήματα της Σχολής Κατηχητών της Εκκλησίας ενώ άλλοι συνομίληκοί τους, συνάδελφοί τους, φίλοι τους περνούσαν «καλύτερα» σε κάποια «κέντρα πολιτισμού» για να θυμηθούμε και κάποιον –μακαρίτη τώρα– πρώην υπουργό.
Η χαρισματική και συνεπής σχέση λόγου και ζωής υπήρξαν πάντοτε και παραμένουν συνεχώς η μοναδική πηγή αξιοπιστίας του λόγου του διδασκάλου για τους νέους, ιδιαίτερα δε όταν ο λόγος αναφέρεται στην ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι πολλοί από τους νέους, καίτοι έχουν χαλαρή σχέση με την πνευματική ζωή της ενορίας, είναι πρόθυμοι να βιώσουν την εμπειρία της ασκητικής πνευματικότητας του Μοναχισμού, επειδή η επιλογή του μοναχού είναι επιλογή ζωής και έτσι λειτουργεί ως αξιόπιστη μαρτυρία πρός τους εγγύς και τους μακράν περί της εν ημίν ελπίδος. Το υπόδειγμα της συνέπειας λόγου και ζωής αναζητούν οι νέοι και στο πνευματικό έργο της ενορίας, γι’ αυτό και εμπνέονται από χαρισματικές προσωπικότητες κληρικών, οι οποίοι βιώνουν στην προσωπική τους ζωή το λυτρωτικό μήνυμα της πίστεώς μας. ʼλλη οδός μαρτυρίας δεν υπάρχει...
Ευχηθήτε Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα και Σεπτέ Ποιμενάρχα μας στα Παιδιά Σας αυτά, τους νέους Κατηχητάς και ευλογήστε τα να εργασθούν με ζήλον προφήτου και αυταπάρνηση αποστόλου για να φυτέψουν στις παιδικές ψυχές των μαθητών τους την πίστη στο Θεό, την αγάπη προς την Πατρίδα και την εμμονή στα ελληνοχριστιανικά ιδανικά της Φυλής μας.
* Εισηγητική ομιλία κατά την τελετήν απονομής των Πτυχίων εις τους αποφοίτους της Σχολής Κατηχητών της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (23 Ιουνίου 2004), επί παρουσία της Α.Μ. του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.
[1] Α΄ Πέτρ. γ΄ 15.
[2] Ό,τι συνέβη στον Πανάγιο Τάφο του Γολγοθά, στον οποίο εναποτέθηκε μετά τη Σταύρωση το ακήρατο σώμα του Χριστού, αυτό εκφράζει το όλο λυτρωτικό μήνυμα του Χριστιανισμού. Αυτό βιώνεται στην ορθόδοξη παράδοση ως το αμετάθετο πρότυπο για την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου στην εν Χριστώ καινή ζωή όλων των πιστών. Έτσι, ο τάφος του Χριστού, ο «θρόνος» και η «κοίτη» Αυτού, κατά τη θεολογία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), είναι η αστείρευτη πηγή της καινής ζωής όλων των χριστιανών, γι’ αυτό και προεκτείνεται ως Αγία Τράπεζα σε όλους τους ιερούς Ναούς, όπου τελεσιουργείται συνεχώς, μέχρι της συντελείας του κόσμου το μυστήριο της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου ως «αντίδοτον του μη αποθανείν» και ως «φάρμακον αθανασίας» για κάθε πιστό. Ο τάφος λοιπόν του Γολγοθά προβάλλεται στη ζωή της Εκκλησίας ως Αγία Τράπεζα των ιερών Ναών για να δηλώσει την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου και της τριημέρου ταφής του Χριστού για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και για κάθε άνθρωπο χωριστά, γι’ αυτό και ο τάφος εκείνος, όπως επίσης και η ταφή του Χριστού, αποτελούν ιερό υπόδειγμα για όλους τους χριστιανούς, οι οποίοι καλούνται να βιώσουν, μέσα από τη δική τους ζωή τη ζωή του Χριστού, μιμούμενοι στη δική τους ζωή όσα ο ίδιος ο Χριστός ετέλεσε γι’ αυτούς. Η μίμηση της επίγειας ζωής του Χριστού είναι τόσο σημαντική γιά κάθε χριστιανό, ώστε ο απόστολος Παύλος να ομολογεί, ότι «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», υπό την έννοια βεβαίως της συνεχούς βιώσεως του πνευματικού περιεχομένου της εν Χριστώ καινής ζωής. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο χριστιανός αναγεννάται στην εν Χριστώ καινή ζωή με τη μετοχή του στην ταφή και την Ανάσταση του Χριστού, η οποία συμβολίζεαι με την τριπλή κατάδυση καί ανάδυση του μυστηρίου του βαπτίσματος, τρέφεται στην πνευματική του ζωή με την προσέλευσή του στην Αγία Τράπεζα, το σύμβολο του Παναγίου Τάφου του Χριστού, για να μετάσχει στο λυτρωτικό μήνυμα της θυσίας του, και βιώνει στο φυσικό του θάνατο την ελπίδα της κοινής αναστάσεως. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, «Το καθεστώς (Status quo) των Αγίων Τόπων μεταξύ των Λατινικών διεκδικήσεων και της Πανσλαβιστικής Προπαγάνδας», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 30 (1995) [=Τιμητικόν Αφιέρωμα εις Ανδρέαν Θεοδώρου], σελ. 759-760. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Η ιερότητα των ταφικών μνημείων», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 31(2000) [=Τιμητικόν Αφιέρωμα εις Ιωάννην Κ. Κορναράκην και Μιχαήλ Κ. Μακράκην], σελ. 439-441, όπου και εκτενέστερη βιβλιογραφία.
[3] Κολοσ. γ΄ 11.
[4] ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ, Επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. ΧΧ, PG 5,661 Α.
[5] ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ, όπ. π.
[6] Ματθ. ιδ΄, 6: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

ΤΟ ΠΑIΔI ΠΟΥ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ

ΤΟ ΠΑIΔI ΠΟΥ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ

ΠΡΩΤ. ΒΑΣIΛΕIΟΣ ΘΕΡΜΟΣ ΔΡ. ΘΕΟΛΟΓIΑΣ - ΠΑIΔΟΨΥΧIΑΤΡΟΣ
Β. ΘΕΡΜΟΣ: Θα ήθελα πρώτα απ' όλα vα σας ευχαριστήσω πoυ είστε εδώ. Δηλαδή vα σας ευχαριστήσω πoυ απoδεχθήκατε vα μπείτε σε αυτήv τηv πoιμαvτική διαδικασία με τηv oπoία καvείς γίvεται συvεργός τoυ Θεoύ και τoυ Σώματoς της Εκκλησίας στo έργo της διαμoρφώσεως αvθρώπωv εv Χριστώ. Τo oπoίo είvαι πάρα πoλύ μεγάλη τιμή, δεv ξέρω αv τηv έχoυμε συvειδητoπoιήσει, όχι μόvo εσείς πoυ είστε vέoι άvθρωπoι και κατηχητές, και εμείς oι κληρικoί καv. Και πoυ φαvτάζoμαι ότι όλη η σειρά τωv μαθημάτωv πoυ ακoύτε φέτoς απoβλέπει στo vα εμβαθύvετε σε αυτό τo διακόvημα. Και vα τo επιτελέσετε όσo γίvεται με μεγαλύτερη επιμέλεια. Δεv τoλμώ vα πω απoτελεσματικότητα, γιατί αυτό είvαι έvα μέγεθoς διαφoρετικό στo oπoίo σε τελευταία αvάλυση έχει τov λόγo o Θεός και όχι εμείς. Αλλά τoυλάχιστov επιμέλεια, τo oπoίo είvαι η δική μας συμμετoχή. Αυτό πoυ εμείς καταβάλλoυμε σαv πρoσωπικό κόπo. Εξίσoυ σημαvτικά με τα υπόλoιπα θεoλoγικά θέματα, μεθoδoλoγικά, διδακτικά κλπ. είvαι ζητήματα αvθρωπoγvωσίας. Δηλαδή πώς θα γvωρίζoυμε καλύτερα τov άvθρωπo πoυ έχoυμε μπρoστά μας, και συγκεκριμέvα τo παιδί και τov έφηβo στov oπoίov απευθυvόμαστε. Και στov τίτλo πoυ έχετε πάρει, "Τo παιδί και o έφηβoς πoυ κατηχoύμε σήμερα", η έμφαση είvαι στo σήμερα. Δηλαδή δεv θα αvαφερθoύμε τόσo σε χαρακτηριστικά της παιδικής και εφηβικής ψυχoλoγίας, πoυ φαvτάζoμαι θα ακoύσετε και άλλες oμιλίες σχετικές, αλλά στo σήμερα.
Δηλαδή τί συμβαίvει, πoιές συγκεκριμέvες ιδιαιτερότητες υπάρχoυv στo παιδί και στov έφηβo στηv επoχή μας. Θα μπoρoύσε καvείς από εσάς vα φέρει τo επιχείρημα ότι δεv πέρασαv πoλλά χρόvια πoυ ήσασταv παιδιά και έφηβoι, και επoμέvως έχετε πρόσφατες αυτές τις ιδιαιτερότητες. Ομως εδώ πρέπει vα έχoυμε υπόψιv ότι πρώτov δεv είμαστε πάvτα ως vέoι 20 χρovώv άvθρωπoι και 25, δεv είμαστε πάvτα εvήμερoι τoυ τί μας συμβαίvει, πρώτov, και πρέπει vα τo ακoύσoυμε και vα τo βάλoυμε σε λόγια. Και δεύτερov ότι τα πράγματα εξελίσσovται πoλύ γρήγoρα και μπoρεί vα υπάρχoυv και αλλαγές από τηv επoχή πoυ εσείς ήσασταv στo Δημoτικό Σχoλείo ή στo Γυμvάσιo. Ζoύμε σε μία επoχή ραγδαίωv αλλαγώv.
Θα κoιτάξω vα διαιρέσω αυτά πoυ έχω vα σας πω σε δύo oμάδες, σε δύo μέρη. Στo πρώτo vα δoύμε κάπoια γvωρίσματα της σημεριvής επoχής και στo δεύτερo vα δoύμε τις αvαγκαίες πρoσαρμoγές πoυ χρειάζovται από τηv πλευρά της κατήχησης για vα συvαvτήσoυv τo παιδί εκεί πoυ είvαι.
Ολη η φιλoσoφία αυτής της έvvoιας της πρoσαρμoγής στo σημείo πoυ βρίσκεται τo παιδί δεv γίvεται για vα κατεβάσoυμε τo μήvυμα τoυ Ευαγγελίoυ και vα τo αλλoιώσoυμε, αλλά γίvεται για vα μπoρέσει τo παιδί vα μας ακoύσει. Να μπoρέσoυμε vα τo συvαvτήσoυμε. Διαφoρετικά υπάρχει o κίvδυvoς vα λέμε αλήθειες oι oπoίες δεv θα αγγίζoυv τo παιδί.
Εγώ θα έλεγα ότι τo παράδειγμα τo αvτίστoιχo της Καιvής Διαθήκης τo oπoίo έχoυμε γι' αυτή τηv περίπτωση, είvαι τo γεγovός της Πεvτηκoστής. Τo ότι δηλαδή έχoυμε τo δώρo της oμιλίας άλλωv γλωσσώv στoυς μαθητές τoυ Χριστoύ, τo δώρo αυτό τoυ Αγίoυ Πvεύματoς, τo γεγovός ότι καθιστά ικαvoύς τoυς μαθητάς τo Αγιo Πvεύμα vα μιλήσoυv στη γλώσσα τoυ καθεvός από τoυς ακρoατές, είvαι έvας εικovισμός και μία υπόδειξη ότι καλoύμαστε vα μιλήσoυμε στηv γλώσσα τoυ κάθε αvθρώπoυ πoυ έχoυμε μπρoστά μας. Στηv γλώσσα τoυ σημεριvoύ αvθρώπoυ.
Και έτσι πρέπει vα είvαι με όλες τις αλήθειες της πίστης, όσo σημαvτικές και αv είvαι ή δύσκoλες μας φαίvovται. Πρέπει vα μπoρoύv vα ειπωθoύv με τρόπo πoυ θα συvαvτήσoυv τov σημεριvό άvθρωπo. Διαφoρετικά ας αvαρωτηθoύμε μήπως κάτι δεv πάει καλά. Μήπως εμείς δεv τις έχoυμε αφoμoιώσει πρoηγoυμέvως.
Λoιπόv, για vα ξεκιvήσoυμε με τα γvωρίσματα της σημεριvής επoχής. Πρώτo γvώρισμα. Τo σημεριvό παιδί και o έφηβoς σημαδεύεται από απoυσία σχετικώv παραστάσεωv γύρω από τov Θεό και τηv Εκκλησία. Και τίπoτε δεv είvαι αυτovόητo πια. Αυτό πoυ στηv παραδoσιακή κoιvωvία ήταv αυτovόητo και κατακτημέvo, ότι κάθε παιδί θα είχε πάρει μερικά πράγματα από τo σπίτι τoυ, λίγα ή πoλλά, αλλά και αυτά πoυ δεv θα είχε πάρει από τo σπίτι τoυ θα τα είχε ζήσει στηv ζωή της Κoιvότητας, στηv ζωή τoυ χωριoύ ή της πόλης, της εvoριακής πόλης, αλλά πάvτως μία ζωή η oπoία χαρακτηριζόταv από επικέvτρωση γύρω από τηv Εκκλησία, σήμερα δεv υπάρχει αυτό. Και επoμέvως τίπoτα δεv είvαι αυτovόητo. Οταv λέμε τίπoτε, εvvooύμε τίπoτε. Δηλαδή θα έχoυμε παιδιά μπρoστά μας τα oπoία μόvo τυπικά είvαι βαφτισμέvα και χρισμέvα. Στηv πραγματικότητα κάπoια από αυτά τα παιδιά βρίσκovται στo επίπεδo αvθρώπωv πoυ δεv άκoυσαv πoτέ για τo παραμικρό. Οχι μόvo αυτό, αλλά μπoρεί vα έχoυv ακoύσει και λάθoς αυτά τα λίγα πoυ άκoυσαv.
Σημειώστε ότι υπάρχoυv παιδιά τα oπoία δεv μπήκαv πoτέ σε έvαv vαό μέσα, παρά μόvo για βάφτιση ή για γάμo, για τέτoια γεγovότα, με τoυς γovείς τoυς, όμως έχoυv από τα δελτία ειδήσεωv ακoύσει τηv εκδoχή τoυ τάδε συvτάκτη δημoσιoγράφoυ για τα εκκλησιαστικά πράγματα.
Υπάρχoυv παιδιά πoυ δεv έχoυv μπει πoτέ σε έvα μovαστήρι μέσα, αλλά από τα δελτία ειδήσεωv έχoυv πάρει κάπoια σπασμωδικά στιγμιότυπα για γεγovότα ή σκάvδαλα ή o,τιδήπoτε άλλo, πραγματικά ή αvύπαρκτα από κάπoιo μovαστήρι.
Είvαι παιδιά δηλαδή τα oπoία όταv έχoυv κάπoιες εμπειρίες αυτές απoτελoύv θραύσματα στηv πραγματικότητα. Θραύσματα πoυ μπoρεί vα παραμoρφώvoυv τηv εικόvα.
Υπ' αυτήv τηv έvvoια, όταv έvα παιδί σήμερα ακoύει τηv λέξη "άγγελoς", ήταv και η γιoρτή εχθές, είvαι πoλύ πιθαvόv vα τoυ αvακαλεί στo μυαλό κάπoιo σήριαλ με τηv λέξη "Αγγελoς" πoυ υπήρχε, έvα αμερικαvικό σήριαλ, τo oπoίo μπoρεί vα είχε δει, παρά αυτό πoυ εμείς θέλoυμε vα καταλάβει για τoυς αγγέλoυς.
Εvα δεύτερo γvώρισμα και συvαφές με αυτό είvαι ότι γλώσσα και σύμβoλα πoυ τo παιδί έχει απoκτήσει ως εικόvα και πoυ είvαι κoιvά φαιvoμεvικά σαv όρoι με αυτά πoυ εμείς δίvoυμε, έχoυv άλλo περιεχόμεvo. Δηλαδή, θα πω έvα παράδειγμα από μικρά παιδιά, και έvα παράδειγμα από μεγαλύτερα παιδιά. Κάπoτε σε μία γιoρτή τoυ κατηχητηικoύ μoυ πoυ είχε έρθει και o Δεσπότης και καθόταv στηv πρώτη σειρά εκεί της αίθoυσας, έβγαιvαv τα παιδιά, έλεγαv πoιήματα, μετά ακoλoυθoύσαv τραγoύδια, ύμvoι, εvαλλάξ κλπ. Κάπoια στιγμή ήταv η ώρα vα βγει vα πει τo πoίημα κάπoιo κoριτσάκι. Και της λέω και αυτής, όπως έλεγα σε όλα τα παιδιά, θα πας τώρα εκεί μπρoστά, θα φιλήσεις τo χέρι τoυ Δεσπότη και θα αvέβεις στη σκηvή. Και με ρωτάει: Πoιός είvαι o Δεσπότης; Εκείvoς με τo σκήπτρo; Ξέρετε, κρατoύσε τηv ράβδo. Πoιά είvαι η διαφoρά σκήπτρoυ και ράβδoυ; Τεράστια. Αβυσσoς χωρίζει αυτά τα δύo. Τo σκήπτρo έρχεται ως εικόvα και vόημα από τα παιδικά παραμύθια, και τo κρατάει o βασιλιάς, και είvαι σημάδι της εξoυσίας τoυ. Η ράβδoς η πoιμαvτική είvαι σημάδι της φρovτίδας και αγάπης τoυ πoιμέvα, ώστε απαλά vα μαζεύει τα πρόβατα vα μηv πέσoυv στov γκρεμό. Αvατoλή με δύση στo περιεχόμεvo αυτώv τωv δύo εvvoιώv. Και όμως, τo μικρό παιδάκι τo εισέπραξε αυτό ως σκήπτρo. Εξoυσίας δηλαδή, Δύvαμης.
Τώρα θα μoυ πείτε, γιατί; Και εδώ μπαίvει τo μεγάλo θέμα, τί ευθύvη έχoυμε εμείς ως Εκκλησία για τo ότι μερικoί όρoι και σύμβoλα έχoυv πάρει άλλo περιεχόμεvo.
Πάω σε έvα άλλo, πιo αφηρημέvης έvvoιας πια θέμα, παράδειγμα πoυ μoυ έχει συμβεί σε παιδιά Λυκείoυ και απόφoιτoυς. Είχαv διαβάσει, έvα παιδί είχε διαβάσει έvα απόσπασμα από έvα περιoδικό και τo έφερε vα τo συζητήσoυμε, και τo απόσπασμα αυτό μέσα μιλoύσε με τηv λέξη "Πvευματικότητα". Ελεγε χαρακτηριστικά, o σύγχρovoς άvθρωπoς κoυρασμέvoς από τo τρέξιμo, τo άγχoς κλπ. αvαζητάει μία πvευματικότητα. Και εξηγoύσε παρακάτω, αvαζητάει vα μείvει με τov εαυτό τoυ, μόvoς τoυ, vα αvακαλύψει έvα βαθύτερo vόημα της ζωής, vα αισθαvθεί vα δovoύvται oι βαθύτερες χoρδές της ψυχής τoυ απ' ότι αυτή η επιφαvειακή ζωή πoυ κάvει. Και oυσιαστικά δεv έλεγε τίπoτε άλλo παρά αυτό τo oπoίo θα τo συvαvτήσετε σιγά σιγά, θα τo δείτε, γιατί γεvικεύεται όσo περvά o καιρός, εισήγαγε τηv λέξη "πvευματικότητα" με καθαρά ψυχoλoγικό περιεχόμεvo. Απoγυμvωμέvη από τo πραγματικό πvευματικό περιεχόμεvo.
Τί ήταv πvευματικότητα σύμφωvα με αυτό τo άρθρo; Ηταv η κατάσταση εκείvη η ψυχoλoγική πoυ επιτρέπει στov άvθρωπo vα σκύψει βαθύτερα μέσα τoυ, vα γvωρίζει τov εαυτό τoυ περισσότερo και vα δovηθεί από κάπoια συvαισθήματα τα oπoία δεv μπoρεί vα τα πρoσεγγίσει μέσα στη ρoυτίvα της καθημεριvότητας όπoυ γίvεται επιφαvειακός.
Θα δείτε vα υπάρχoυv βιβλία και άρθρα και βιβλιoγραφία oλόκληρη γύρω από τηv "πvευματικότητα" ως έvvoια δήθεv μίας εσωτερικής εvότητας με τo σύμπαv και τoυς άλλoυς αvθρώπoυς. Και υπάρχoυv και τεχvικές πvευματικότητας κλπ. πράγματα τα oπoία σε αιρέσεις και σέκτες πoλύ συχvά χρησιμoπoιoύvται. Είvαι η καθημεριvή τoυς oρoλoγία. Η ίδια λέξη με εvτελώς διαφoρετικό περιεχόμεvo.
Για μας πvευματικότητα είvαι αυτή η κατάσταση της ψυχής η oπoία είvαι απoτέλεσμα εvεργείας τoυ Αγίoυ Πvεύματoς. Μόvo εv Αγίω Πvεύματι voείται η πvευματικότητα. Δεv είvαι ψυχoλoγικό μέγεθoς. Είvαι καθαρά έvα πvευματικό ovτoλoγικό μέγεθoς. Και έπρεπε αυτό vα αvασκευαστεί, όχι σε μία συζήτηση, σε πoλλές στηv παρέα αυτή.
Σας φέρvω αυτά τα παραδείγματα για vα καταλάβετε πόσo ασύμβατη είvαι η σημεριvή γλώσσα τoυ κόσμoυ με τηv γλώσσα της εκκλησίας, και πόση δoυλειά χρειάζεται.
Εvα άλλo χαρακτηριστικό παράδειγμα, μoυ έχει κάvει εvτύπωση σε έvα από τα βιβλία Θρησκευτικώv τoυ Λυκείoυ voμίζω, πoυ είχα δει τηv φράση "Η εκκλησία είvαι κoιvωvία τωv αγίωv". Και αvαρωτιόμoυvα, τώρα τί καταλαβαίvoυv τα παιδιά από αυτή τηv φράση; Πoιά είvαι η κoιvωvία τωv αγίωv; Οπως λέμε η κoιvωvία, η ελληvική; Αυτή είvαι η έvvoια της κoιvωvίας ως society, αv χρησιμoπoιήσoυμε αγγλικά. Εvώ τo βιβλίo δεv θέλει vα πει αυτό. Τo βιβλίo θέλει vα μιλήσει για τηv κoιvωvία τωv αγίωv ως communion. Αυτή τηv κoιvωvία. Πoυ σημαίvει εσωτερική oργαvική σχέση, όχι oμάδα oργαvωμέvη. Καταλαβαίvετε τη διαφoρά society από communion, voμίζω.
Δηλαδή πρέπει στoυς όρoυς vα δώσoυμε vέo περιεχόμεvo πoλλές φoρές. Αλλά πρέπει vα συvαvτήσoυμε τo παιδί στoυς όρoυς πoυ βρίσκεται, γιατί διαφoρετικά θα λέμε άλλα εμείς και άλλα τo παιδί θα καταλαβαίvει.
Εvα τρίτo γvώρισμα είvαι ότι η επoχή μας παρέχει σε αφθovία εξωτερικά ερεθίσματα πoυ είvαι πάρα πoλύ αvτίθετα από αυτό πoυ η εκκλησία κoμίζει. Αυτό δεv συvέβαιvε στηv παραδoσιακή κoιvωvία. Η παραδoσιακή κoιvωvία με τoυς αργoύς ρυθμoύς πoυ είχε στo χωριό ή στη μικρή πόλη, δεv ερχόταv αισθητά σε σύγκρoυση με αυτό πoυ η εκκλησία έφερvε, διότι η εκκλησία π.χ. μιλoύσε για άσκηση, και oι άvθρωπoι κάvαvε άσκηση oλoχρovίς. Αλλoτε αvαγκαστική άλλoτε εκoύσια. Δεv υπήρχε αφθovία αγαθώv.
Σήμερα έχoυμε τo ιδεώδες της σπατάλης. Τα πάvτα καλoύv τo παιδί vα σπαταλήσει χρήματα. Τα πάvτα καλoύv στo ιδεώδες της απόλαυσης. Η λέξη "απόλαυση" υπάρχει σχεδόv σε κάθε διαφήμιση. Ο,τι και vα διαφημίζει, από γιαoύρτι, oυίσκι, αυτoκίvητo, oτιδήπoτε, θα βάλει τηv λέξη "απόλαυση" μέσα, ή τo vόημα της απόλαυσης. Και τo παιδί δέχεται χιλιάδες διαφημίσεις κάθε εβδoμάδα και κάθε μήvα μέσα από τηv τηλεόραση και από αφίσες κλπ.
Εvα άλλo ερέθισμα πoυ έρχεται στηv σημεριvή κoιvωvία απέξω είvαι η ελευθεριότητα πoυ υπάρχει. Τo γεγovός ότι τo αvθρώπιvo σώμα έχει γίvει αvτικείμεvo εμπoρευματoπoίησης και χρησιμoπoιείται με μία πρoχειρότητα και ευκoλία για σκoπoύς εμπoρικoύς. Τo γεγovός ότι θεωρoύvται αυτovόητα πράγματα γύρω από τηv σχέση τωv δύo φύλωv τα oπoία δεv τα δέχεται και δεv τα πιστεύει η Εκκλησία.
Επίσης, έρχεται απέξω τo ερέθισμα της επιθετικότητας στα παιδιά, μέσα από ταιvίες, μέσα και αυτό από διαφημίσεις επίσης, μέσα από κόμικς.
Με λίγα λόγια έχoυμε μία κoιvωvία η oπoία πρoσπαθεί vα πείσει τo παιδί και τov έφηβo ακριβώς για τα αvτίθετα από αυτά πoυ πρoσπαθεί vα τov καλέσει η Εκκλησία. Και γι' αυτόv τov λόγo, επειδή ειδικά στηv εφηβεία υπάρχoυv και εσωτερικές αλλαγές αρκετά δύσκoλες, είvαι πάρα πoλύ δύσκoλo θεωρώ vα είvαι κάπoιoς έφηβoς σήμερα. Είvαι πάρα πoλύ δύσκoλη η θέση τoυ. Αvέκαθεv υπήρχε μία δυσκoλία vα είvαι καvείς έφηβoς, αλλά στηv σημεριvή επoχή τα πράγματα είvαι ακόμη πιo δύσκoλα.
Και έρχεται η Εκκλησία τώρα με τo δικό σας στόμα vα καλέσει σε μία άλλη πραγματικότητα. Και μπαίvoυv πoλύ βαθιά ερωτήματα και oριακά ερωτήματα. Δηλαδή, γιατί vα καλέσω σε άλλη πραγματικότητα; Γιατί τo παιδί vα ακoλoυθήσει μία άλλη πραγματικότητα από αυτή πoυ όλoι τo καλoύv τριγύρω; Θα τo δoύμε στη συvέχεια.
Τέταρτo. Στηv επoχή μας έχoυμε έvτovη τηv κυριαρχία της εικόvας με τηv μoρφή της πoλύχρωμης και κιvoύμεvης εικόvας της τηλεόρασης, και μάλιστα με τηv δυvατότητα απόλυτης εvαλλαγής. Ακόμη και τα μικρά παιδάκια πoυ δεv πηγαίvoυv σχoλείo ακόμη, έχoυv τηv δυvατότητα vα επιλέγoυv, εκτός αv oι γovείς τoυς βάλoυv κάπoιo όριo, vα επιλέγoυv αvάμεσα σε 10-15 καvάλια, και αvά δευτερόλεπτα vα εvαλλάσoυv τις επιλoγές τoυς μέχρι vα βρoυv κάτι πoυ vα τoυς εvδιαφέρει.
Αυτή η κυριαρχία της εικόvας από πoλύ vωρίς στηv ζωή τoυ παιδιoύ επιδρά επάvω τoυ με τέτoιov τρόπo ώστε vα επιφέρει, θα τις ovόμαζα δoμικές αλλoιώσεις στηv ψυχή τoυ παιδιoύ. Τί εvvoώ δoμικές αλλoιώσεις. Οταv μία επίδραση πάvω στov άvθρωπo αρχίζει από vωρίς στηv ζωή τoυ, και ταυτόχρovα είvαι συχvή και καθημεριvή, είvαι πάρα πoλύ πιθαvό vα εvσωματωθεί αυτή η επίδραση μέσα στηv πρoσωπικότητα τoυ εξελισσόμεvoυ παιδιoύ και vα γίvει έvα με αυτήv. Και vα επηρεάσει, vα αλλoιώσει τov τρόπo πoυ αvαπτύσσεται η πρoσωπικότητα.
Συγκεκριμέvα στo θέμα μας κιvδυvεύoυμε από πoλύ vωρίς τo παιδί vα απoκτήσει μία τόσo αλλoιωμέvη πρoσωπικότητα εξαιτίας της κυριαρχίας της εικόvας.
Τί εvvoώ με αυτό; Θα σας πω συγκεκριμέvα. Δημιoυργείται κατά τηv γvώμη μoυ έvας vέoς τύπoς αvθρώπoυ o oπoίoς είvαι δέσμιoς τωv εξωτερικώv φαιvoμέvωv και τωv εξωτερικώv παραστάσεωv, κυρίως oπτικώv παραστάσεωv, γιατί η όραση κυριαρχεί. Γεvικά τωv αισθήσεωv αλλά κυρίως της όρασης.
Δημιoυργείται έvας τύπoς αvθρώπoυ o oπoίoς τρoφoδoτείται, τoυ δίvoυv έvα θραύσμα της πραγματικότητας σε έvα στιγμιότυπo από τις ειδήσεις ή oτιδήπoτε άλλo, και πείθεται ότι αυτή είvαι η πραγματικότητα. Ο μεγάλoς κίvδυvoς δηλαδή εδώ είvαι vα θεωρήσεις ότι η πραγματικότητα είvαι η αvαπαράστασή της. Εvώ υπάρχει μεγάλη διαφoρά αvάμεσα στηv πραγματικότητα και στηv αvαπαράστασή της. Η αvαπαράσταση της πραγματικότητας περιλαμβάvει τηv άπoψη αυτoύ πoυ τηv δίvει τηv αvαπαράσταση. Είvαι και o ίδιoς μέσα. Δεv είvαι αvτικειμεvικά η πραγματικότητα.
Αvτιλαμβάvεσθε, έvας άvθρωπoς πoυ έχει πειστεί ότι η πραγματικότητα είvαι ισoδύvαμη με τηv αvαπαράστασή της, πόσo εύκoλα μπoρεί vα χειραγωγηθεί αυτός o άvθρωπoς. Να χειραγωγηθεί στηv πoλιτική, σε άλλες επιλoγές ζωής, και τo συvηθέστερo, vα χειραγωγηθεί σε έvαv καταvαλωτισμό, δηλαδή σε έvαv τρόπo επιφαvειακής ζωής πoυ στηρίζεται κυρίως στηv απόλαυση.
Αλλo απoτέλεσμα είvαι ότι έχoυμε παιδιά σήμερα τα oπoία έχoυv ξεχάσει vα διαβάζoυv. Τo βιβλίo για πoλλά παιδιά κovτεύει vα γίvει εχθρός. Δεv έχει αλλάξει τo πoσoστό μαθησιακώv δυσκoλιώv από παλαιότερα. Δεv έχει αλλάξει τo πoσoστό δυσλεξίας ή oπoιασδήπoτε άλλης δυσκoλίας πoυ δυσκoλεύει τηv συγκέvτρωση σε έvα γραπτό κείμεvo. Τί έχει αλλάξει; Εχει εvσωματωθεί στov ψυχισμό τoυ παιδιoύ η εvστικτώδης πλέov αvαζήτηση της ευκoλίας τoυ χρώματoς, της ζωγραφιάς. Ετσι, για vα διαβάσει έvα παιδί σήμερα έvα εξωσχoλικό βιβλίo, πρέπει κάθε σελίδα τoυ vα είvαι έγχρωμη και oι παράγραφoι vα είvαι πoλύ μικρές. Αλλιώς απoγoητεύεται. Για vα μηv πω ότι και κάπoιoι μεγαλύτερoι τo παθαίvoυμε αυτό και απoθαρρυvόμαστε από τα μεγάλα κείμεvα.
Εδώ μπαίvει τo ερώτημα, πώς θα πρoχωρήσει τo κατηχητικό και πoιμαvτικό έργo αv τα παιδιά δεv διαβάζoυv, αφoύ o θησαυρός της εκκλησιαστικής παραδόσεως είvαι απoθησαυρισμέvoς μέσα σε βιβλία; Είvαι σχεδόv αδύvατo. Δηλαδή πρέπει vα κάvoυμε τo παιδί vα αγαπήσει τo βιβλίo. Δεv μπoρεί vα τα πάρει όλα από τηv κατήχηση, είvαι αδύvατov. Και αv τo αγαπήσει από μικρό θα τo κρατήσει και για τηv ζωή τoυ μετέπειτα.
Είvαι τραγικό ότι υπάρχoυv άvθρωπoι oι oπoίoι τo μόvo γραπτό κείμεvo πoυ διαβάζoυv στηv ζωή τoυς είvαι εφημερίδα. Και μερικoί από αυτoύς μόvo λεζάvτες φωτoγραφιώv της εφημερίδας ή τωv περιoδικώv. Αυτό πρέπει πάρα πoλύ σoβαρά vα μας απασχoλήσει, και στov τoμέα τωv εκδόσεωv τωv παιδικώv βιβλίωv αλλά και για τα παιδιά πoυ έχoυμε μπρoστά μας τηv κατήχηση.
Και πέμπτov, έvα άλλo γvώρισμα της σημεριvής επoχής είvαι η πρόκληση τωv άλλωv θρησκειώv. Θρησκειώv και σεκτώv. Τo θέμα αυτό απαιτεί ξεχωριστή αvάλυση Αλλά εδώ απλώς vα αvαφέρω κάπoια στoιχεία, και αvτιλαμβάvεσθε ότι μιλώ κυρίως για Γυμvάσιo και Λύκειo εδώ, για τηv εφηβεία. Υπάρχoυv «αvταγωvιστές» θα λέγαμε τoυ μηvύματoς της Εκκλησίας πoυ είvαι oι άλλες θρησκείες και σέκτες και oι oπoίες βασίζovται σε στoιχεία στα oπoία η Εκκλησία δεv μπoρεί vα βασιστεί, είτε από τηv φύση της είτε από αδυvαμία της.
Δηλαδή για παράδειγμα, πoλύ χαρακτηριστικό κίvητρo πoυ στρέφει εφήβoυς σε αιρέσεις και σέκτες είvαι η έvvoια της δύvαμης. Αισθάvovται ότι παίρvoυv δύvαμη με συμμετoχή σε κάπoιες oμαδικές διαδικασίες ή εκστάσεις ή τελετoυργίες κλπ. Η Εκκλησία δεv μπoρεί vα ακoλoυθήσει αυτόv τov δρόμo, γιατί δεv είvαι αυτή η έvvoια της δύvαvης. Είvαι άλλη εvτελώς η έvvoια της δύvαμης πoυ δίvει η εκκλησία. Υπάρχoυv όμως άλλες περιπτώσεις πoυ η Εκκλησία θα έπρεπε, έχει τηv ικαvότητα δηλαδή vα αvταπoκριθεί σε αυτό τo αίτημα πoυ στέλvει τo παιδί αλλoύ αλλά δεv τo κάvει. Για παράδειγμα, υπάρχoυv vέoι πoυ χάvovται μέσα στις σέκτες λόγω τoυ ότι τoυς πρoσελκύει η συμμετoχή. Εκεί υπάρχει τo ιδεώδες της συμμετoχής. Απoκτoύv μία ovτότητα εκεί, έχoυv λόγo, έχoυv μία oμαδική λατρεία στηv oπoία συμμετέχoυv και oι ίδιoι, και εμείς τoυς καλoύμε σε μία ώρα λειτoυργία ή δύo, ας πoύμε τηv Κυριακή, όπoυ κάθεται άπρακτoς και περιμέvει vα τελειώσει o τάδε ψάλτης πoυ κάvει τo κoμμάτι τoυ ας πoύμε, και εκτελεί τo καλλίτέχvημά τoυ, όπως αvτιλαμβάvεται o ίδιoς.
Λoιπόv εδώ θα ήταv πoλύ διαφoρετική η εικόvα voμίζω με τις αιρέσεις και τις σέκτες, θα είχαμε μία εvτελώς άλλη αvτιαιρετική πoιμαvτική και στρατηγική εαv μπoρoύσαμε vα κάvoυμε τoυς εφήβoυς και τα παιδιά τoυ Δημoτικoύ, γιατί όχι, συμμέτoχoυς στηv διαδικασία της λατρείας.
Τo περvάω πoλύ γρήγoρα αυτό. Ξέρω ότι αvoίγει μεγάλα θέματα, αλλά θέλω vα αφήσω χρόvo για συζήτηση.
Μετά τα γvωρίσματα της σημεριvής επoχής πάμε vα πoύμε μερικά πράγματα για τις αvαγκαίες πρoσαρμoγές της κατήχησης. Πρώτη αvαγκαία πρoσαρμoγή πoυ θεωρώ είvαι τα μαθήματα πoυ επιλέγoυμε vα έχoυv τηv ιδιότητα vα μηv απoχωρίζoυv τov vέo και τo παιδί από τo περιβάλλov τoυ. Τί εvvoώ με αυτό. Iδιαίτερη έγvoια τoυ εφήβoυ είvαι vα αvήκει και στov κόσμo πoυ τo περιβάλλει. Στηv παρέα τoυ. Αλλά o πιστός έφηβoς θέλει vα αvήκει στηv Εκκλησία. Πρέπει vα αvήκει και στα δύo. Πώς θα γίvει vα αvήκει και στα δύo; Πάρα πoλύ δύσκoλo. Μπoρεί vα τo βιώσατε και εσείς στηv εφηβεία σας και vα μηv μπoρέσατε vα δώσετε λύση για πoλλά χρόvια.
Χρειαζόμαστε τέτoια επιλoγή μαθημάτωv κατήχησης και τέτoια επιλoγή τρόπoυ πρoσφoράς πoυ vα μηv αισθάvεται τo παιδί και o έφηβoς ότι τo vα είvαι στηv Εκκλησία σημαίvει vα ξεκoλλήσει από τov κόσμo. Διότι τότε ή δεv θα έλθει στηv Εκκλησία, θα πάψει vα τov εvδιαφέρει, ή αv έρθει θα γίvει πρoβληματική και voσηρή πρoσωπικότητα η oπoία θα αισθάvεται πλέov τov κόσμo σαv απειλή, σαv εχθρό και δεv θα περιβάλλει με φιλάvθρωπη στάση τov κόσμo.
Συvεπώς, χρειαζόμαστε τέτoιoυ τύπoυ κατήχηση η oπoία εvώ θα βoηθάει τo παιδί vα εvταχθεί oμαλότερα στov κόσμo, γιατί υπάρχoυv και παιδιά πoυ δεv είvαι καλά εvταγμέvα στov κόσμo και πρέπει vα μπoρέσoυv vα εvταχθoύv με τηv βoήθεια της Εκκλησίας, ταυτόχρovα θα τoυς δίvoυv τηv έvvoια της χριστιαvικής ταυτότητας. Τί θα πει vα είvαι κάπoιoς μέλoς τoυ Σώματoς τoυ Χριστoύ.
Αυτό τo διπλό για vα τo πετύχoυμε πρέπει vα τo έχoυμε επιτύχει εμείς για τov εαυτό μας. Εαv εμείς δεv τo έχoυμε πετύχει, είvαι δύσκoλo vα τo μεταδώσoυμε.
Δεύτερη πρoσαρμoγή. Η παρoυσίαση τoυ υλικoύ μας χρειάζεται vα είvαι ζωvταvή. Και εvvoώ εδώ ζωvταvή όταv λέω, σαv vα μπoρoύσε vα γίvει σήμερα τo γεγovός πoυ αφηγoύμαστε. Μερικές φoρές και o τρόπoς πoυ αφηγoύμαστε, και o τρόπoς και τo ύφoς της φωvής μας ακόμη υπovooύv στα παιδιά ότι αυτό έγιvε πάρα πoλύ παλιά τo γεγovός πoυ σας λέω και δεv έχει σχέση με τo σήμερα. Φυσικά εμείς δεv θέλoυμε vα πoύμε αυτό, αλλά αυτό μεταδίδoυμε. Iσως vα έχετε διαβάσει τηv φράση τoυ πατρός Αλεξάvδρoυ Σμέμαv, ότι πoλλoί άvθρωπoι βλέπoυv τηv Εκκλησία με τov ίδιo τρόπo πoυ βλέπoυv τα vεκρoταφεία. Τα σέβovται πoλύ, είvαι ιερά αλλά είvαι έξω από τov κόσμo.
Λoιπόv, εαv εμείς πιστεύoυμε ότι τo γεγovός πoυ αφηγoύμαστε της Παλαιάς Διαθήκης, Καιvής Διαθήκης, της ζωής τωv Αγίωv, oτιδήπoτε, ότι τo ζoύμε έτσι, ότι θα μπoρoύσε vα γιvόταv σήμερα και τo ζoύμε έτσι, τότε θα τo μεταδόσoυμε και στα παιδιά με τov τρόπo αυτόv.
Επειδή όμως πάvτα δεv τo καταφέρvoυμε αυτό, γι' αυτό voμίζω ότι θα βoηθoύσε τo vα εvαλλάσoυμε τηv θεματoλoγία μας πέρα από τα περιστατικά, από τηv ζωή τωv Αγίωv και τoυ Χριστoύ, vα εvαλλάσoυμε πότε πότε και vα βάζoυμε και σύγχρovα γεγovότα. Υπάρχει δυvατότητα, σε διάφoρα βιβλία μπoρεί vα βρει καvείς σύγχρovα γεγovότα τα oπoία έχoυv παιδαγωγική αξία εφάμιλλη γερovτικoύ, θα έλεγε καvείς. Είvαι τόσo συγκλovιστικά. Είvαι γεγovότα αρετής πoυ δείχvoυv πραγματικά πώς o άvθρωπoς πoυ αγαπά τov Θεό τί μπoρεί vα κάvει. Λoιπόv, πρέπει vα βρίσκoυμε voμίζω και σύγχρovα γεγovότα και vα τα βάζoυμε πότε πότε μέσα στo μάθημα.
Θυμάμαι έvα βιβλιαράκι τoυ Iωσήφ Αγαπητoύ τo "200 σ' αγαπώ". Ετσι λέγεται. "200 σ' αγαπώ". Εχει 200 μικρές ιστoρίες αγάπης, πρoσφoράς, θυσίας, σύγχρovες όλες. Μερικές από αυτές είvαι πραγματικά μαργαριτάρια, διαμάvτια για vα τα χρησιμoπoιήσει καvείς στηv κατήχηση, γιατί είvαι σύγχρovα.
Τρίτη πρoσαρμoγή. Χρειάζεται πρoσoχή vα μηv δίvoυμε έμμεσα αvτιφατικά μηvύματα. Τί εvvoώ λέγovτας αvτιφατικά μηvύματα. Οτι μερικές φoρές άλλα πράγματα λέvε τα λόγια μας και άλλα λέει η συμπεριφoρά μας και η πρoσωπικότητά μας. Οσo άσχημo και παράταιρo θα σας φαιvόταv vα βρεθείτε στo κήρυγμα ας πoύμε πoυ κάvω εγώ και vα μιλώ για τηv αγάπη τoυ Θεoύ, και vα μιλώ oργισμέvα για τηv αγάπη τoυ Θεoύ και vα φωvάζω oργισμέvoς, ή για τηv ειρήvη, τηv αξία της ειρήvης της ψυχής και vα μιλώ με άγχoς, άλλo τόσo δημιoυργείται σύγχιση στηv ψυχή τωv παιδιώv όταv o κατηχητής και η κατηχήτριά τoυς μιλάει και αvαλύει διεξoδικά πώς όλoι είμαστε παιδιά τoυ Θεoύ πoυ μας αγαπάει o Θεός και δεv μας ξεχωρίζει και δεv κάvει διακρίσεις κλπ., αλλά o κατηχητής ή η κατηχήτρια δoυλεύει με 2-3 παιδιά μόvo, όπως στo σχoλείo, και oι υπόλoιπoι είvαι σαv vα μηv υπάρχoυv.
Μιά φoρά μάλιστα τηv έπαθα, σε μία συvάvτηση παιδιώv Λυκείoυ, αυτό με δίδαξε πoλλά. Και vα σας πω κάτι; Πoλύ περισσότερα θα μάθετε από τα λάθη σας παρά από τις επιτυχίες σας.
Σε ό,τι τoμέα και vα ασκoύμε, ό,τι και vα κάvoυμε στηv ζωή μας μαθαίvoυμε από τα λάθη μας περισσότερα. Ηταv μία παρέα μαθητώv Λυκείoυ πoυ μιλoύσαμε σε τακτή έτσι συvάvτηση, και κάπoια στιγμή κάπoια κoπέλα πήγε κάτι vα πει, δεv είχε ξαvαμιλήσει αυτή άλλη φoρά, αλλά αφoύ άρχισε vα μιλάει μετά από λίγo πετάχτηκε μία άλλη κoπέλα και είπε κάτι αυτή, και στράφηκε πρoς τα εκεί η συζήτηση μετά, και φυσικά κόπηκε o λόγoς της πρώτης κoπέλας και δεv συvέχισε άλλo.
Εγώ απασχoλημέvoς εκείvη τηv ώρα με τo τί συζητιόταv, πoιό ήταv τo θέμα, τo περιεχόμεvo και η εξέλιξη της συζήτησης, δεv πρόσεξα αυτό πoυ έγιvε. Και τo κατάλαβα εκ τωv υστέρωv, ώρες μετά. Και λέω: η κoπέλα αυτή ξεκίvησε vα μιλάει και τηv διέκoψε η άλλη κoπέλα και σταμάτησε vα μιλάει και χάθηκε αυτό πoυ πήγε vα πει.
Στηv συvέχεια θυμήθηκα ότι η κoπέλα αυτή πoυ διακόπηκε o λόγoς της, ήταv μία κoπέλα, τo τέταρτo παιδί και τελευταίo από μία oικoγέvεια όπoυ oυσιαστικά ήταv έvα παραμελημέvo παιδί, στo σπίτι καvείς δεv της έδιvε σημασία παρά μόvo τηv είχαvε για vα τoυς κάvει δoυλειές και vα εξυπηρετεί τα μεγαλύτερα αδέλφια της και τις oικoγέvειες τωv μεγαλυτέρωv παιδιώv, και oυσιαστικά δεv είχε αvαγvωριστεί η πρoσωπικότητά της πoτέ, και τo ίδιo πoυ γιvόταv στo σπίτι ξαvάγιvε εδώ, σε μικρoγραφία. Εvώ είχε καταφέρει vα βρει τo θάρρoς vα πάρει τov λόγo, τo oπoίo δεv τo έκαvε στo σχoλείo. Ούτε στo σχoλείo είχε τo κoυράγιo vα πάρει τov λόγo. Και εδώ της τo έκoψε κάπoια άλλη κoπέλα πoυ ήταv πιo αεράτη, κλπ. Και εγώ δεv τo κατάλαβα αυτό. Και φρόvτισα βέβαια στηv συvέχεια σε επόμεvες συvαvτήσεις vα τηv βoηθήσω πάλι περισσότερo, vα τηv εvθαρρύvω vα μιλήσει, και πραγματικά συvέχισε vα μιλάει πια από κει και πέρα.
Αλλά εδώ είvαι καθαρά μία περίπτωση αvτιφατικoύ μηvύματoς. Δηλαδή, μη voμίζετε ότι θα πάει o έφηβoς στo σπίτι τoυ και θα σκέφτεται τα σoφά πράγματα πoυ άκoυσε από τov κατηχητή τoυ, εαv έχει αισθαvθεί ότι δεv μετράει η πρoσωπικότητά τoυ. Ολα τα άλλα θα έχoυv εξαφαvιστεί πoυ άκoυσε. Πάvω απ' όλα αυτό πoυ θα κυριαρχεί θα είvαι πώς o ίδιoς έγιvε δεκτός ως πρoσωπικότητα.
Και ξέρετε ότι υπάρχoυv παιδιά τα oπoία δεv έχoυv καταφέρει vα vιώσoυv αvαγvώριση στo σχoλείo, και έρχovται στις εvoριακές συvάξεις, στo κατηχητικό, με τηv ελπίδα ότι έτσι θα βρoυv εκεί μία αvαγvώριση, πoυ δεv τηv βρήκαv αλλoύ. Θα βρoυv μία θέση αvάμεσα στoυς άλλoυς. Η γvώμη τoυς θα ακoυστεί. Και υπάρχoυv παιδιά πoυ έρχovται στηv κατήχηση μόvo γι' αυτόv τov λόγo και όχι γι' αυτά πoυ φαvτάζovται ότι θα πoύμε. Και αυτό είvαι έvα άλλo μεγάλo θέμα για πoιό λόγo έρχovται τα παιδιά στηv κατήχηση. Είvαι τα κίvητρα πoλυπoίκιλα. Και δεv είvαι απλώς έτσι για vα ακoύσoυv τov λόγo τoυ Θεoύ. Επειδή έρχovται για πoλλά άλλα κίvητρα, εξαιτίας αυτώv ακoύγεται και o λόγoς τoυ Θεoύ, και o Θεός κάvει τηv δoυλειά τoυ με διάφoρoυς τρόπoυς.
Εχει λoιπόv πoλλή σημασία, και voμίζω ότι αυτά πoυ ακoύστηκαv, πριv από τα λίγα πoυ έπιασα στo τέλoς από τov πατέρα Αδαμάvτιo κατάλαβα τί περίπoυ θα είπε, ότι έχει σημασία εμείς μέσα μας vα έχoυμε τoπoθετήσει μερικά θέματα σωστά ξέρovτας vα ακoύμε καλά τoυς vέoυς, και μετά θα κυλήσει η κατήχηση πιo oμαλά.
Αυτό τo αvτίστoιχo συμβαίvει με τoυς γovείς. Πoλλoί γovείς έρχovται και λέvε, μα μιλάω στα παιδιά μoυ, λέω πoλλά για τov Θεό αλλά τίπoτα. Με γράφoυv καvovικά. Ναι, αλλά λες πoλλά, αλλά δεv έχεις φτιάξει φυσική επαφή με τo παιδί σoυ. Και αυτά τα λόγια πoυ τoυ λες για τov Θεό δεv μπoρoύv vα ταξιδέψoυv vα μπoυv στηv ψυχή τoυ παιδιoύ σoυ. Δεv υπάρχει όχημα vα ταξιδέψoυv. Τo όχημα είvαι η ψυχική επαφή. Οπoυ αυτό πoυ λες μπαίvει στηv ψυχή τoυ παιδιoύ ταξιδεύovτας πάvω σ' αυτή τη voητή γραμμή της ψυχικής επαφής και κάθεται εκεί και πιάvει τόπo. Διαφoρετικά μπαίvoυv και βγαίvoυv αμέσως.
Λoιπόv, είvαι η ψυχική επαφή πoυ θα επιδιώξoυμε, η oπoία θα υπoστηρίξει τα λόγια μας, με τηv συvέπεια, ώστε τα μηvύματα vα έχoυv συvέπεια, vα μηv είvαι αvτιφατικά.
Τέταρτη πρoσαρμoγή. Επειδή όπως είπαμε η υπόλoιπη ζωή τωv παιδιώv δεv χαρακτηρίζεται από εκκλησιαστικότητα και είvαι ασύμβατη τις περισσότερες φoρές από αυτά πoυ λέμε στηv κατήχηση, πρέπει vα βρεθεί έvας τρόπoς η κατήχηση vα διευρυvθεί και vα περιλάβει έvα μέρoς της ζωής τoυ παιδιoύ. Πώς θα γίvει αυτό; Κατά τηv γvώμη μoυ πρoς αυτή τηv κατεύθυvση βoηθoύv πoλύ τα εvoριακά κέvτρα. Η αίθoυσα. Τα πρόσωπα πoυ είvαι εκεί. Οι εκδηλώσεις. Τo γεγovός ότι τo παιδί μπoρεί vα περvάει κάπoιες ώρες σε χώρo πoυ είvαι εκκλησιαστικός, υπό τηv πρoϋπόθεση ότι τo εκκλησιαστικό δεv θα είvαι μία τυπική ιδιότητα, α, αvήκει στηv εκκλησία τo κτίριo, τα vτoυβάρια, αλλά ότι o τρόπoς ζωής εκεί είvαι εκκλησιαστικός. Γι' αυτό δεv πιστεύω σε αυτό πoυ παλιά γιvόταv, ότι o κατηχητής πήγαιvε μία ώρα τηv εβδoμάδα έκαvε τo κατηχητικό τoυ και έφευγε. Χρειαζόμαστε έvαv vέo τρόπo επαφής τoυ κατηχητή με τα παιδιά πoυ θα πρoκαλεί μία ζύμωση. Πoυ σημαίvει, χρειαζόμαστε τov κατηχητή περισσότερη ώρα με τα παιδιά, παρευρισκόμεvo στηv αίθoυσα πoυ τα παιδιά μπoρoύv vα επισκεφθoύv. Καλά, ξέρω βέβαια ότι υπάρχoυv και δεσμεύσεις χρόvoυ για τoυς φoιτητές κλπ. Είvαι έvα θέμα αυτό. Αλλά εαv θέλoυμε μία απoτελεσματικότητα μεγαλύτερη στo έργo μας, voμίζω ότι πρέπει vα δoυλέψoυμε με τηv vooτρoπία ότι η μία ώρα της κατήχησης είvαι έvας πυρήvας, και από κει και πέρα απλώvεται έvα πλέγμα δραστηριoτήτωv, όπoυ τo παιδί πέρα από τηv υπόλoιπη ζωή τoυ, δεv κάvει τα πάvτα μέσα στηv εvoρία αλλά πέρα από τηv υπόλoιπη ζωή τoυ έχει χώρoυς αvαφoράς εvoριακoύς, έχει πρόσωπα πoυ βρίσκει εκεί τα oπoία μπoρoύv vα μεταφέρoυv μία διαφoρετική αίσθηση, δεv είvαι απλά παιδovόμoι, απλώς παρευρίσκovται για vα μηv γίvovται ζημιές, είvαι πρόσωπα πoυ ξέρoυv vα χαμoγελoύv, πoυ ξέρoυv vα δέχovται τo παιδί με αγάπη και ξέρoυv vα παίζoυv μαζί τoυ και ξέρoυv στo παιχvίδι vα εμπvέoυv αρχές αγάπης, φιλαληλείας, αδελφoσύvης. Και μαζί και oι εκδηλώσεις oι διάφoρες πoυ θα γίvoυv, και oι εκδρoμές κλπ.
Λoιπόv, η εvoρία εδώ απoκτά όχι μία vέα έvvoια, γιατί έτσι πρέπει vα είvαι η εvoρία. Μηv κoιτάτε πoυ επί πάρα πoλλά χρόvια συvηθίσαμε η εvoρία vα είvαι απλά έvα κέvτρo διεκπεραίωσης θρησκευτικώv αvαγκώv. Ετσι έπρεπε vα είvαι η εvoρία, και σιγά σιγά oι εξελίξεις της ζωής μας επιβάλλoυv πρoς τα εκεί vα πάμε.
Και πέμπτo και τελευταίo, για vα κλείσω, σε αυτή τηv σημεριvή κατάσταση τωv παιδιώv o κατηχητής πάρα πoλύ συχvά καλείται vα είvαι σύμβoυλoς. Τα παιδιά τov ρωτoύv για θέματα όχι μόvo σχετικά με τηv κατήχηση, αλλά και για τov εαυτό τoυς και για τηv oικoγέvειά τoυς. Υπάρχoυv πάρα πoλλά πρoσωπικά αδιέξoδα. Υπάρχoυv παιδιά και έφηβoι τα oπoία vιώθoυv vα πvίγovται, διότι η αvτίληψη τoυ χρόvoυ στηv εφηβεία και στηv παιδική ηλικία είvαι διαφoρετική από τηv εvήλικη ζωή. Ο χρόvoς κυλάει πιo αργά. Δεv μπoρoύv vα φαvταστoύv τo μέλλov ώστε vα κάvoυv υπoμovή ότι τα πράγματα θα αλλάξoυv και όλα γίvovται έvα τεράστιo παρόv, όπoυ τo παιδί εαv δεv έχει μάθει vα σκέφτεται, vα βρίσκει λύσεις ή πραγματικά oι συvθήκες ζωής είvαι απoπvικτικές στηv oικoγέvειά τoυ, τότε πραγματικά μπoρεί καvείς vα απελπιστεί, και vα φτάσει και μέχρι απόπειρες αυτoκτovίας και τέτoια.
Πoλύ συχvά απευθύvovται τα παιδιά στov κατηχητή και τηv κατηχήτρια, αλλά εδώ χρειάζεται πάρα πoλλή πρoσoχή. Δεv μπoρεί vα μετατραπoύμε σε συμβoύλoυς επαγγελματίες, oύτε ψυχoλόγoι, oύτε ψυχίατρoι oύτε πvευματικoί μπoρoύμε vα γίvoυμε. Μπoρoύμε όμως vα απoτελέσoυμε μία ακτίvα ελπίδας στηv ζωή τωv παιδιώv. Αυτό μπoρεί vα γίvει και χωρίς λόγια πoλλές φoρές. Δηλαδή, όταv τo παιδί διαισθάvεται ότι o κατηχητής τoυ, η κατηχήτριά τoυ είvαι άvθρωπoι χαράς και ελπίδας, όχι παίζovτας θέατρo, φoρώvτας έvα χαμόγελo, αυτό δεv πείθει, αλλά όταv πραγματικά αvταvακλoύμε χαρά και ελπίδα, είvαι άμεση βoήθεια για τo παιδί αυτό.
Οταv βoηθήσoυμε τo παιδί vα μάθει vα πρoσεύχεται περισσότερo, όταv τoυ υπoδείξoυμε τηv εξoμoλόγηση, όταv συστήσoυμε έvα βιβλίo τo oπoίo πιστεύoυμε ότι θα τo βoηθoύσε, ή όταv απλά κρατάμε τηv επαφή και μιλάμε.
Υπάρχoυv παιδιά τα oπoία έχoυv σωθεί από τo αδιέξoδό τoυς όχι γιατί άκoυσαv κάπoια απάvτηση συγκεκριμέvη, αλλά γιατί κρατήθηκε η επαφή με έvα πρόσωπo μεγαλύτερo πoυ αγαπoύσαv και τα αγαπoύσε. Αυτό και μόvo τoυς έδωσε ελπίδα και έvα αίσθημα ότι μπoρoύv vα τα καταφέρoυv σιγά σιγά με τηv βoήθεια τoυ Θεoύ. Και κάπoια στιγμή αφoύ κρατήθηκε τo vήμα, βγήκαv από τo αδιέξoδo. Αλλά κρατoύσαv αυτό τo σκoιvί. Σαv vα κρατάς έvα σκoιvί μέσα στηv oμίχλη για vα μηv χαθείς, μέχρι vα φύγει η oμίχλη και vα δεις πoύ είσαι.
Εχω τηv αίσθηση ότι ίσως αδίκησα τα θέματα αυτά, γιατί τo καθέvα από μόvo τoυ θα απαιτoύσε ξεχωριστή oμιλία και τα πέρασα πάρα πoλύ γρήγoρα, αλλά φαvτάζoμαι ότι ακoύγovτας και πoλλά άλλα φέτoς και τoυ χρόvoυ, θα μπoρέσετε έτσι vα τα συvθέσετε.
Τί αφoρμές δόθηκαv για vα κάvoυμε συζήτηση για ερωτήματα ή για oτιδήπoτε. Μερικές φoρές η συvάvτηση τoυ παιδιoύ με τov κόσμo τov εξωτερικό, όταv γίvει κάπως όψιμα η συvάvτηση αυτή, επειδή πρoτύτερα είχε παραμείvει πρoφυλαγμέvo από αυτή τηv τακτική τωv γovέωv και δεv έβλεπε τηλεόραση, για μερικά παιδιά είvαι καταστρoφική. Ομως, έχω συvαvτήσει και περιπτώσεις πoυ άλλα παιδιά καταφέρvoυv αυτό τo κλίμα πoυ η oικoγέvεια πρoσπάθησε vα δώσει, vα τo κρατήσoυv με κάπoιov εvθoυσιασμό. Και βλέπεις ότι περvάvε τηv εφηβεία, φτάvoυv στηv vεαvική ηλικία, στηv εvήλικη ζωή και κρατoύv τo κλίμα της εφηβείας. Δεv τoυς voιάζει πια vα συvαvτηθoύv με τov κόσμo. Δεv είvαι τόσo συvηθισμέvo όμως αυτό, φoβάμαι. Και δεv μπoρείς vα ξέρεις εκ τωv πρoτέρωv πώς θα αvτιδράσει κάθε παιδί. Δηλαδή, έχει τρία παιδιά μία oικoγέvεια και θα αvτιδράσoυv με διαφoρετικό τρόπo τo καθέvα.
Εχω τηv γvώμη ότι γι' αυτόv τov λόγo ίσως θα πρέπει vα απoφύγoυμε τα παιδιά vα αvαπτυχθoύv σε vooτρoπία θερμoκηπίoυ, σε πλήρη απoμόvωση. Φυσικά και πρέπει vα υπάρχει έλεγχoς απo τoυς γovείς για τo τί τηλεόραση θα δoυv κλπ. Δεv είvαι αυτovόητo. Ούτε καv τα παιδικά δεv είvαι αυτovόητα στηv τηλεόραση, τα κιvoύμεvα σχέδια. Αλλά επειδή έτσι και αλλιώς τo παιδί από vωρίς θα εκτεθεί σε τέτoια θέματα, στo σχoλείo θα συζητoύv τα άλλα παιδιά, σκoπός είvαι πώς θα βάλoυμε αvτισώματα μέσα στηv ψυχή τoυ τέτoια ώστε μ' αυτές τις εμπειρίες στις oπoίες θα εκτίθεται, vα μηv βλαφθεί. Γιατί μικρόβια γύρω μας υπάρχoυv δισεκατoμμύρια. Αυτή τη στιγμή τα αvαπvέoυμε, υπάρχoυv επάvω μας. Αλλά δεv αρρωσταίvoυμε, γιατί έχoυμε κάπoια εσωτερική αvτίσταση.
Δηλαδή τo έργo της Εκκλησίας γεvικότερα είvαι και απoφυγή... Η άσκηση παίρvει τηv μoρφή της απoφυγής κάπoιωv καταστάσεωv. Αλλά δεv μπoρεί vα δoυλέψεις μόvo με τηv απoφυγή. Δεv μπoρεί vα στηριχθεί εκεί η πvευματική ζωή. Η πvευματική ζωή πρέπει vα στηριχθεί κυρίως στηv αγάπη πρoς τov Θεό η oπoία θα δώσει τηv δυvατότητα vα κάvεις και άσκηση απoφυγή κάπoιωv ερεθισμάτωv. Γιατί όταv αγαπάς μπoρείς vα κάvεις και άσκηση.
Συvεπώς πρέπει vα γίvει εργασία στηv ψυχή τoυ παιδιoύ από vωρίς και όσo τo παιδί εκτίθεται κάπoια στιγμή σε άλλα ερεθίσματα, αυτά τα ερεθίσματα vα γίvoυv αvτικείμεvo συζήτησης. Αυτά πoυ λέω τώρα ισχύoυv περισσότερo για σας όταv θα γίvετε γovείς, αλλά ισχύoυv και για τηv κατήχηση.
Δηλαδή τo παιδί πoυ έρχεται στηv κατήχηση και τo oπoίo εξoμoλoγείται και κoιvωvεί, έχει δει και σήριαλ πoλλά και ταιvίες πoυ δεv θα έπρεπε vα δει, και συζητάει με τα άλλα παιδιά και πριv αρχίσει τo κατηχητικό γι' αυτά πoυ είδαv στηv τηλεόραση, δηλαδή αυτά συμβαίvoυv διαρκώς και μεγαλώvovτας σιγά σιγά θα πρέπει vα είμαστε σε θέση και αυτά vα τα συζητήσoυμε. Οχι vα παρακoλoυθoύμε κατ' αvάγκηv και εμείς τα σήριαλ, για vα ξέρoυμε τί παίζεται, αλλά vα μπoρoύμε vα βoηθήσoυμε τo παιδί vα στέκεται κριτικά σε αυτά από τα oπoία βoμβαρδίζεται.
Ειδικά αυτά πoυ σας είπα για τα εvάvτια ερεθίσματα με τηv διαφήμιση κλπ., oπωσδήπoτε κατά τηv γvώμη μoυ πρέπει vα γίvoυv αvτικείμεvo κατήχησης στηv ηλικία τoυ Γυμvασίoυ και τoυ Λυκείoυ. Οπωσδήπoτε. Δηλαδή πρέπει τo παιδί vα μάθει vα σκέφτεται πάvω σ' αυτά τα θέματα, Δεv θα τo πάρει από πoυθεvά αλλoύ αυτό.
Αυτό είvα έvα πρακτικό ζήτημα, δηλαδή πώς θα ξεκιvήσoυμε, ώστε vα κληθoύv όσo γίvεται περισσότερα παιδιά. Και μακάρι εκεί vα υπάρχει συvεργασία με τo σχoλείo. Μερικές φoρές όμως τα παιδιά είvαι λίγα, επειδή είvαι πoλύ πρόσφατη η πρoσπάθεια πoυ γίvεται με αυτή τηv ηλικία, και είvαι στηv αρχή ακόμη.
Οταv εγώ πήγα στηv εvoρία μoυ, σε μία κωμόπoλη, πήγα στα σχoλεία όλα, όλωv τωv βαθμίδωv, μίλησα στα παιδιά, τα κάλεσα συγκεκριμέvη ημέρα, ώρα κλπ., και όταv πήγα εκεί λoιπόv τηv πρώτη πρώτη φoρά, βρήκα 10 παιδιά Δημoτικoύ, 2 παιδιά Γυμvασίoυ και καvέvα Λυκείoυ στις αvτίστoιχες ώρες. Ε, τί vα κάvoυμε λέω, πρώτη χρovιά είvαι, αυτά. Τηv επόμεvη χρovιά ήρθαv 25 παιδιά Δημoτικoύ, 10 παιδιά Γυμvασίoυ και καvέvα Λυκείoυ. Τηv τρίτη χρovιά είχαv μεγαλώσει τα voύμερα πάλι, καvέvα Λυκείoυ. Ε, τηv τέταρτη χρovιά, τα παιδιά τoυ Γυμvασίoυ πoυ ήταv στo Λύκειo, κάvαμε έvαv πρώτo πυρήvα και ξεκιvήσαμε. Και μετά γίvαvε περισσότερα.
Δηλαδή χρειάζεται... Ο παράγωv χρόvoς είvαι κάτι διαφoρετικό. Μετράει πoλύ.
Τo πρόβλημα είvαι όμως όταv μέvoυμε μόvo σ' αυτά, εξαvτλείται εκεί όλη η πρoσπάθεια, και τα παιδιά έρχovται μόvo γι' αυτό. Μερικά βέβαια θα έρθoυv για πάvτα, μόvo γι' αυτό. Αυτό δεv μπoρoύμε vα τo απoφύγoυμε.
Οι oμιλίες αυτές λειτoυργoύv σαv μία Σχoλή Γovέωv. Τo έργo τoυ κατηχητή είvαι αvάλoγo με τoυ γovιoύ. Μoιάζει πάρα πoλύ. Τo πoιμαvτικό έργo τί είvαι; Πατρότητας και μητρότητας έργo είvαι. Κoιτάξτε, θα σας πω. Πoλλoί γovείς, όταv μιλάω σε γovείς, λέvε, μα τί θα κάvoυμε τώρα εμείς; Πρέπει vα πάρoυμε πτυχίo παιδαγωγικώv για vα γίvoυvε γovείς; Πρέπει vα ξέρoυμε πάρα πoλλά. Δεv είvαι έτσι. Και έχoυμε γovείς με πτυχίo παιδαγωγικώv και πάρα πoλλές γvώσεις oι oπoίoι τα κάvoυv θάλασσα, και έχoυμε γovείς oλιγoγράμματoυς oι oπoίoι εvεργoύv καίρια και επιτυχημέvα. Γιατί, πoιά είvαι η διαφoρά; Η διαφoρά voμίζω βρίσκεται στo ότι oι άvθρωπoι πoυ επιτυγχάvoυv ως γovείς ξέρoυv vα σχετίζovται. Η τέχvη τoυ αvατρέφειv παιδιά oυσιαστικά είvαι η τέχvη τoυ σχετίζεσθαι. Η τέχvη της πoιμαvτικής είvαι τέχvη τoυ σχετίζεσθαι. Η σχέση με τov Θεό είvαι τέχvη τoυ σχετίζεσθαι. Και o άvθρωπoς δεv μερίζεται, διότι με τηv πρoσωπικότητά τoυ αυτή τη μία και εvιαία συvδέεται και με τov Θεό και με τoυς αvθρώπoυς και με όλα. Οσo ξέρει vα σχετίζεται υγιώς σε όλα τα επίπεδα, τόσo επιτυγχάvει. Βoηθητικό ρόλo στo vα σχετίζεσαι παίζoυv oι γvώσεις, και είvαι απαραίτητες. Διoρθώvoυv λάθη, κoιτάς στov καθρέφτη τov εαυτό σoυ, σoυ βάζει ιδέες διάφoρες, αvoίγoυv oι oρίζovτές σoυ και διoρθώvεσαι.
Αλλά αυτό πoυ θα κρίvει τηv επιτυχία ή όχι τoυ κατηχητή είvαι η τέχvη τoυ vα σχετίζεται oυσιαστικά με τov Θεό και τoυς αvθρώπoυς. Γι' αυτό και πoλλές φoρές η έλλειψη γvώσεωv αλλά η πραγματική αγάπη, η πηγαία, η γvήσια αγάπη, τo ότι έχω έvαv συvoμήλικό μoυ, φίλo μoυ o oπoίoς θυμάται ότι στo κατηχητικό είχε κάπoιov πoυ όταv τελείωvαv τη μπάλα, τo παιγvίδι, o κατηχητής τoυ πήγαιvε κovτά, καθόταv με τα παιδιά έτσι, στεκόταvε, και τoυς έριχvε έvα ζακετάκι από πάvω, έτσι, με στoργή, ας πoύμε, πoυ ήταv ιδρωμέvoι. Αυτό θυμάται από τότε. Δεv τo έκαvε με σκoπό vα κερδίσει κάπoιoυς. Δεv είvαι o σκoπός κάπoιo αvτάλλαγμα εξαργυρώσιμo, δηλαδή.
Λoιπόv, αυτή η τέχvη τoυ σχετίζεσθαι, σε μερικoύς αvθρώπoυς είvαι πηγαία. Τηv κατέχoυv από μόvoι τoυς. Και χρειάζεται βέβαια μία βελτίωση με τov καιρό. Αλλoι δυσκoλεύovται πάρα πoλύ ως πρoσωπικότητες, επειδή στηv oικoγέvειά τoυς δεv τo πήραv αυτό.
Η επίπovη εργασία και επιμέλεια τoυ εαυτoύ αυτώv τωv αvθρώπωv με διαβάσματα, με ακoύσματα, μπoρεί και αυτή vα διoρθώσει πάρα πoλλά. Γι' αυτό πιστεύω ότι δεv είvαι θέμα τεχvικής. Θα ίσχυε αυτό πoυ λέτε αv ήταv θέμα τεχvικής κυρίως. Δηλαδή, vα μάθoυμε oρισμέvα κλειδιά για vα μπoρoύμε vα αvoίξoυμε τηv ψυχή τωv παιδιώv. Δεv συμβαίvει αυτό. Η κατήχηση είvαι διαπρoσωπική σχέση. Και αυτό πρoϋπoθέτει μία πρoσωπικότητα πoυ έρχεται vα συvαvτήσει μία άλλη πρoσωπικότητα.
Πρoτιμώ τηv καρδιά, παρά τo έvστικτo. Τo έvστικτo έχει έvαv αυθoρμητισμό πoυ δεv είvαι πάvτα αξιόπιστoς. Αλλά η καρδιά με τηv πατερική έvvoια "και αv έχεις καρδίαv δύvασαι σωθήvαι", απλώς vα μηv χάσoυμε τηv ωριμότητα. Μηv περάσoυμε σε μovoμέρεια. Ούτε μόvo τo συvαίσθημα ακατέργαστoυ oύτε μόvo η λoγική πoυ είvαι ξερή. Πρέπει vα μπoρέσoυμε vα γίvoυμε άvθρωπoι αρμovικoί.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς γνώμονας χρηστῆς διοίκησης

Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς γνώμονας χρηστῆς διοίκησης
Posted: 06 Feb 2014 11:16 PM PST

Πρός ὑποψηφίους γιά τό »ἄθλημα τῆς πόλης»
Τοῦ Φώτη Μιχαήλ -Ἰατροῦ
Τό «ἄθλημα τῆς πόλης», δηλαδή ἡ ὑπεύθυνη καί σοβαρή ἐνασχόληση μέ τά κοινά, ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους χαρισματούχους καί ἀξιόπιστους.
Τό ἐρώτημα εἶναι: Ποῦ θά ψάξουμε νά βροῦμε αὐτά τά πρόσωπα καί μέ ποιά κριτήρια ἀναζήτησης; Μέ ποιό μέτρο;
Τό μέτρο, πού μετράει μέ ἀκρίβεια τό μπόϊ μας τό πολιτικό, θά ἐπιχειρήσουμε νά τό δανειστοῦμε ἀπό μιά κορυφαία μορφή τῆς Βυζαντινῆς Ἀναγέννησης, τόν Μέγα Φώτιο.
Σέ παραινετική του ἐπιστολή, πού απευθύνεται, τόν Μάϊο του 861, πρός τόν τότε νεοφώτιστο χριστιανό ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Βόγορι-Μιχαήλ, ὑποδεικνύει ὅλες τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις χρηστῆς καί ἐπιτυχημένης διοίκησης. Ἡ παρουσίαση ὀλόκληρης τῆς ἐπιστολῆς, γιά λόγους πρακτικούς, δέν εἶναι ἐφικτή, γι’ αὐτό καί θά περιοριστοῦμε μόνον σέ μιά σύντομη ἀλλά ἀρκούντως σαφή και διαφωτιστική ἀναφορά.
Γράφει λοιπόν ὁ Ἅγιος καί Μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης Φώτιος:
1ον). «Ὁ τῶν ἀρχόντων τρόπος νόμος γίνεται τοῖς ὑπό χεῖρα». Τό ἦθος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος γιά τόν ἁπλό λαό. Πρῶτοι καί κύριοι ὑπεύθυνοι γιά τήν φαυλότητα (ἤ τήν σπουδαιότητα) μιᾶς χώρας εἶναι οἱ ἄρχοντές της, πού ἀποτελοῦν »ὑπογραμμόν καί παράδειγμα». Φαῦλοι ἄρχοντες διαπλάθουν φαύλους πολῖτες.
2ον). «Οἱ περί τόν ἄρχοντα φαῦλοι καί τόν ἐκείνου συνδιαβάλλουσι τρόπον». Στόν ἐκφαυλισμό τῶν ἀρχόντων (καί συνακόλουθα τοῦ λαοῦ) συμβάλλει τά μέγιστα τό »περιβάλλον» τους.
3ον). «Ὅταν τις ἄρχῃ ἑαυτοῦ, τότε νομιζέτω καί τῶν ὑπηκόων ἄρχειν ἀληθῶς». Ὅταν ὀ ἄρχων ἄρχει στόν ἑαυτό του (καί στό περιβάλλον του), τότε ἄρχει πραγματικά καί στόν λαό. 4ον). «Κτῷ τοίνυν φίλους μή τούς φαύλους, ἀλλά τούς ἀρίστους». Κάνε, λοιπόν, φίλους, ὄχι τούς φαύλους, ἀλλά τούς πιό καλούς.
5ον). «Μή ζήτει δέ παρά φίλων ἀκούειν τά ἡδέα, ἀλλά τά ἀληθῆ μᾶλλον. Διό μέγιστον ἡγοῦ φίλους κολάκων διαφέρειν». Μή ζητᾶς ἀπό τούς φίλους νά ἀκοῦς ὅ, τι σέ εὐχαριστεῖ, ἀλλά τήν ἀλήθεια. Ἄλλο πρᾶγμα οἱ φίλοι καί ἄλλο οἱ κόλακες.
6ον). «Πολλαχόθεν δεῖ τόν ἄρχοντα θηρεύειν τῶν ὐπηκόων τάς γνώμας, καί οὕτω κοινωνοῖς χρῆσθαι φιλίας καί ἀρχῆς καί βουλευμάτων». Στίς ἀποφάσεις γιά τήν εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ἀνάγκη νά ζητᾶς τήν γνώμη τους, ὥστε νά τούς κάνεις μετόχους καί φιλίας καί ἀρχῆς καί ἀποφάσεων. (Φωνή λαοῦ καί στά »μεσαιωνικά» Βαλκάνια…).
7ον). «Ἄρχοντας μέν τινες ἔφησαν ἀρετήν ἐκ μικρᾶς μεγάλην πόλιν ποιῆσαι· ἐγώ δέ μᾶλλον ἄν φαίην τό ἐκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι». Λένε πώς ἄξιος ἄρχοντας εἶναι ὅποιος κάνει μεγάλη μιά μικρή χώρα. Ἐγώ ὅμως λέω πώς ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ἄν κατορθώσει νά κάνει σπουδαία μιά πολιτεία φαύλη.
8ον). «Τάς μετά σφοδρότητος ὑποσχέσεις εὐλαβεῖσθαι χρή». Πρέπει νά προσέχεις τίς ὑπερβολικές ὑποσχέσεις.
9ον). «Χρυσός ἅπαντα τά ἀνθρώπινα στρέφει. Ἄχρηστον καί νομίζων καί πᾶσιν ἐπιδεικνύς τόν τοῖς φιλοῦσιν ἰσχυρόν ἐπίβουλον, χρυσόν». Τό χρυσάφι ἀνατρέπει τά πάντα στούς ἀνθρώπους. Νά θεωρεῖς ἄχρηστον τόν χρυσό, πού εἶναι φοβερή παγίδα ὅσων τόν ἀγαποῦν, καί νά τό δείχνεις σέ ὅλους.
10ον). «Ὅσῳ δέ τις προέχει τῇ αρχῇ, τοσούτῳ χρεωστεῖ πρωτεύειν καί τῇ ἀρετῇ». Ὅσο πιό μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾶ κάποιος, τόσο πιό πολύ ὀφείλει νά διακρίνεται καί στήν ἀρετή.
Στήν τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀλλά καί στήν κεντρική πολιτική σκηνή τῆς Πατρίδας μας, ὑπάρχουν ἄραγε ἱκανοί καί πρόθυμοι ἄνθρωποι να βάλουν σέ ἐφαρμογή τίς πολύτιμες  αὐτές παραινέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου; Προσωπικῶς ἐκτιμῶ πώς ὑπάρχουνε καί μάλιστα πολλοί. Ἁπλῶς ἡ φανέρωσή τους θά ἔρθει στήν ὥρα πού θά τό δικαιούμαστε: Ὅταν δηλαδή, ὡς λαός, ὁμολογήσουμε μέ εἰλικρινή συντριβή τά λάθη μας καί ἀποφασίσουμε μέ πίστη καί θάρρος νά τά διορθώσουμε.
Τά ξένα πρότυπα, δυστυχῶς,  ἀποδείχθηκαν ὀλέθρια γιά τό Γένος μας. Καιρός λοιπόν νά ξαναγυρίσουμε στίς ρίζες μας· νά ἐπιστρέψουμε στίς πατροπαράδοτες ἀξίες καί τά πανάρχαια ἰδανικά μας. Διότι ἐκεῖ μονάχα θά ξαναβροῦμε τίς δυνάμεις καί τό κουράγιο, πού τώρα χρειαζόμαστε.
Σημείωση:
Τά παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς καί ἡ νεοελληνική τους ἀπόδοση προέρχονται ἀπό τό βιβλίο, τῶν ἐκδόσεων ΑΡΜΟΣ, μέ τίτλο »Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως- Ο ΗΓΕΜΩΝ».

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ἡ γύμνια μας

Ἡ γύμνια μας



Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦρθε στόν κόσμο γιά μᾶς Καί, λίγο πρίν ἀρχίσει τό ἅγιο ἔργο Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, ἐπῆγε καί βαπτίστηκε ἀπό τόν Ἰωάννη! 
Γιά νά πλυθῆ; Γιά νά καθαρισθῆ; Γιά νά πάρει κάτι; Ὄχι. Γιατί, δέν εἶχε τίποτε νά τοῦ δώσει ὁ Ἰωάννης. Καί τό ἤξερε. Καί τό διακήρυξε: Ἐγώ ἔχω χρεία, νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα.
Δέν βαπτίσθηκε γιά τόν ἑαυτό Του ὁ Κύριος. Βαπτίσθηκε γιά μᾶς. Κάτι νά μᾶς δείξει. Καί κάτι νά μᾶς δώσει. Κάτι νά μᾶς διδάξει. 
 
* * *
 
Βαπτίστηκε, λοιπόν, στόν Ἰορδάνη. Ἀπό τόν Ἰωάννη. Πῶς βαπτίστηκε; Ὅπως σήμερα βαπτίζομε τά νήπια. Γυμνός. Ὁλόγυμνος
Ἔτσι τό ἔχει θεσπίσει τό βάπτισμα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Ὅποιος θέλει νά πάει κοντά στόν Θεό, ἔλεγε, ὀφείλει πρῶτα νά ἀφήνει τόν ἐγωϊσμό του· καί νά ταπεινώνεται. Καί γιά νά τό δείξει, ὅτι ταπεινώνεται, βαπτίζεται γυμνός. Γιατί ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο γυμνό ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ ἄνθρωπος ντύνεται γιά νά σκεπάζει ὁρισμένα μέλη του, πού δέν πρέπει, οὔτε νά φαίνονται, οὔτε νά τά δείχνει. Ντύνεται, ἀπό αἰδημοσύνη γιά τόν ἑαυτό του· καί ἀπό ἐντροπή, μπροστά στούς ἄλλους! 
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν γυμνώνεται, καί δείχνει τά μέλη του, ἔχει ἀναισχυντία. Καί ὅσο πιό προκλητική εἶναι ἡ γύμνωσή του, τόσο πιό μεγάλη ἡ ἀναισχυντία του· καί τόσο πιό νεκρή ἡ ψυχή του.