Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

π. Δανιήλ Γούβαλης... - Παππούλη μου…





Το πρωί της 11ης Ιουλίου, έφυγε από κοντά μας, ο σεβαστός και γλυκός μας πνευματικός πατέρας, Δανιήλ Γούβαλης. Ένας γνήσιος φορέας του ορθόδοξου φρονήματος και της ορθόδοξης πνευματικής Παραδόσεως. Ένας πιστός και ακάματος υπηρέτης του Θεού και των Αναγκών του ανθρώπου.
Αλήθεια, πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν τόσα χρόνια τώρα από τη Μαλακάσα, στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής που ήταν λειτουργός, Αγία που υπεραγαπούσε και υπερευγνωμονούσε, μιας και τη θεωρούσε προστάτιδά του.
Πόσοι, λοιπόν, μικροί, έφηβοι, μεγάλοι, ηλικιωμένοι, ατροφικοί στην πίστη, ψυχικά και σωματικά ανάπηροι, πλανεμένοι από αιρέσεις, δαιμονοφορούμενοι, δαιμονοκίνητοι , παθομανείς, εξαρτομανείς, άνθρωποι μετεωρισμένοι στο αβέβαιο, στο ασίγουρο και στο πουθενά, απροσανατόλιστοι, απροστάτευτοι, αταπείνωτοι, βγαλμένοι βιαίως από τον αληθινό δρόμο της ζωής, τον μόνο οδηγούντα σε σταθμούς πλήρους φωτοχυσίας και αγιασμού, δε βρήκαν στο πράο και ανεξίκακο πρόσωπο του πατρός Δανιήλ, παραμυθία, ευγενή κατανόηση και ζωτικής σημασίας δραστική και αποφασιστική παρέμβαση στα πάσης φύσεως σταυροφορούμενα προβλήματά τους. 


Και όλοι τους, ανεξαιρέτως, έφευγαν από το φτωχό εκείνο εκκλησάκι, με σκιρτήματα πνευματικής αναθέρμανσης και αναγαλλιάσεως στην καρδία τους, τρέφοντας κατ’ αυτό τον τρόπο διηνεκώς στα μύχια της παρηγορημένης και επουλωμένης ψυχής τους, βαθύτατα αισθήματα σεβασμού, εκτίμησης και ακλόνητης αγάπης για τον πνευματικό τους πατέρα o οποίος τόσο συνέπασχε και συσσταυρωνόταν με τον καθένα ξεχωριστά, έτσι ώστε, κανείς να μη νιώθει μόνος στον πόνο και στη δοκιμασία.
Κάθε εξομολόγηση με τον πατέρα Δανιήλ, μεταχαλκευόταν σε μία καινούργια γέννηση, η οποία άφηνε ευρύχωρα περιθώρια για Ανάταση και Ανάσταση μα ταυτοχρόνως ορθάνοικτες τις πόρτες για τη δημιουργία όχι μιας ελπίδας ‘‘ βιαστικής ’’ και περαστικής, αλλά μιας ελπίδας στέρεης, δυναμικής και ικανής να ψηλαφά από τώρα, έστω και δειλά-δειλά, το προορισμένο και προετοιμασμένο από καταβολής του κόσμου για τον άνθρωπο, Αιώνιο και Άπειρο. 


Ο πατήρ Δανιήλ, χωρίς απολύτως καμία δόση υπερβολής που την ενδυναμώνει πότε-πότε το γνωστό απόφθεγμα, “ ο θανών δεδικαίωται ”, ήταν πάνω απ’ όλα ένας ευγενής. Ένας αρχοντικός άνθρωπος. Ένας δημοκράτης !
Τόσο αθόρυβος, μα και γι’ αυτό τόσο θορυβώδης !
Τόσο απροσάρμοστος και ασυμβίβαστος στα παντός είδους θεοκτόνα και ψυχοκτόνα κελεύσματα της παράξενης εποχής μας, μα και γι’ αυτό τόσο αξιέραστος και αξιοπαρατηρήσιμος ! 


Τόσο αδιαπραγμάτευτος και αδιάλλακτος στην τήρηση των μοναχικών και αποστολικών του καθηκόντων, μα και γι’ αυτό τόσο αξιοπρόσεκτος και αξιομίμητος!
Εντέλει, τόσο αγωνιστής και αληθινός, μα και γι’ αυτό τόσο αγαπητός ! 


Γεννήθηκε το 1940, στο χωριό ‘‘ Πανουργιά ’’ της Λαμίας. Συνηθισμένος από πολύ νωρίς στη δοκιμασία και στην ταλαιπωρία, παιδί ακόμα, άρχισε να μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Από παιδάκι, το έβλεπες να μην έχει σχέσεις με όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν συνήθως την παιδική ηλικία. Έτσι, αντί για παιχνίδια και σκανδαλιές, προτιμούσε να απομακρύνεται για αρκετές ώρες, στα διάφορα απόμακρα μέρη της περιοχής του, ώστε να απομονώνεται και να μπορεί εύκολα να ασχολείται με το διάβασμα που τόσο αγαπούσε. 


Η κλίση του, είχε αρχίσει κι όλας να φαίνεται. Μικρούλης ακόμα, το φιλάρετο και φιλομαθές του πνεύμα, έβρισκε ανάπαυση στη σιγουριά και στην ακαταμάχητη ασφάλεια την οποία ανέδυε η εντρύφηση στα κάθε είδους αναγνώσματα.
Το λάτρευε το βιβλίο ο παππούλης. Λάτρευε τη μελέτη, την ανάγνωση, την έρευνα, ασχολία στην οποία άλλωστε θα επιδιδόταν με επιστημοσύνη και μεράκι, χρόνια αργότερα ως μοναχός στη Μονή Παρακλήτου.
Συνιστά μεγίστη ανάγκη να μη λησμονηθούν οι ολονύκτιες αφιερώσεις του ψυχή τε και σώματι για τη μετάφραση της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου του Σιναίτου αλλά και η συγγραφή του καλυτέρου του βιβλίου ‘‘ Περίπατοι στην Αγία Γραφή ’’ που αναρίθμητο κόσμο προστάτευε και προστατεύει με την ανάγνωσή του.

Είναι το βιβλίο μέσα στο οποίο εντάσσεται το υπέροχο και λαμπροφόρο εκείνο κεφάλαιο για την Άνω Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτή την πόλη βρισκόταν σταθερά και μόνιμα προσανατολισμένη η πνευματική πυξίδα του παππούλη μας. Κι αυτόν τον υψίστης σημασίας και πλήρους ουσιαστικού νοήματος προσανατολισμό, προσπαθούσε ο πατήρ Δανιήλ να ενσταλάξει σιγά-σιγά και με διάκριση σε όλα τα πνευματικά του τέκνα, γιατί όπως χαρακτηριστικά έλεγε :
“ Δεν ήρθαμε σ’ αυτό τον κόσμο απλώς για να περάσουμε καλά. Μας περιμένει ένας κόσμος απερινόητος και απερίγραπτος στα κάλλη. ”
Έλεγε επίσης :
‘‘ Όταν κάποιος είναι καλεσμένος σ’ ένα σπίτι για κάποιο δείπνο, φτάνοντας στο μικρό χoλ του συγκεκριμένου σπιτιού κι αφού κρεμάσει το παλτό του, Δε θα περιμένει υπομονετικά, όση ώρα κι αν χρειαστεί, για να περάσει στο μεγάλο δωμάτιο του δείπνου ; ”
Έτσι μιλούσε ο γέροντας. Απλά, κατανοητά, ευκολοεξήγητα. Μ’ αυτή τη φιλοσοφία ήταν άλλωστε διανθισμένο και το περιεχόμενο των ραδιοφονικών του εκπομπών, εκπομπές που λειτουργούσαν σαν πνευματικά αγκίστρια τα οποία ‘‘ τσιμπούσαν ’’ ψυχές απ’ όλο τον κόσμο. Τα θέματά του, ποικίλα. Από τις εν λόγω εκπομπές, όλα αυτά τα χρόνια, δε σταματούσαν να παρελαύνουν εξακολουθητικά Άγιοι, Όσιοι, Μάρτυρες, Νεομάρτυρες, Προφήτες, Ασκητές, Ησυχαστές, Αγιορείτες, Μοναχοί, αλλά και λαϊκοί που η ζωή τους στιγματίστηκε από την ενεργό παρέμβαση του Θεού μέσω κάποιου θαύματος. Από το παράδειγμα αυτών, όλοι μας, αντλούσαμε περισσή δύναμη και τονωτικό κουράγιο προς ενίσχυση κάθε αγώνος.
Ξεχωριστή θέση στις εκπομπές του, κατελάμβανε ‘‘ το θαύμα ’’ το οποίο και υπεράσπιζε ο παππούλης μας με νύχια και με δόντια. Σαν τα μάτια του το πρόσεχε και το προστάτευε. Μπορεί και περισσότερο. Κι αυτό γιατί πίστευε ακράδαντα πως το θαύμα λειτουργεί για την Πίστη, όπως λειτουργεί για τη φωτιά το ενισχυτικό εκείνο ξύλο που μπαίνει μέσα της με σκοπό να τη διατηρήσει και να την κρατήσει άσβεστη. 

Φωτογραφία απο το Άγιο Όρος τραβηγμένη γύρω στα 1910... Κατά την εμφάνισή του φιλμ στην άκρη αριστερά φαίνεται η μορφή μιας μαυροφορεμένης γυναίκας... Είναι η Γερόντισσα του Όρους... Ο π. Δανιήλ έλεγε για αυτήν την φωτογραφία οτι είναι αληθινή και θαυμαστή... Πολλές φορές όμως ο ίδιος είχε ξεσκεπάσει με το χάρισμά του άλλες πλανεμένες όπως τις έλεγε τέτοιου είδους φωτογραφίες...

Παράλληλα, επιμελούνταν και μια δεύτερη εκπομπή όλα αυτά τα χρόνια, με κεντρικό της θέμα τις παντός είδους αιρέσεις. Και σ’ αυτή την εκπομπή, ο πατήρ Δανιήλ, προσέφερε σώμα μα προπαντός ψυχή. Χρόνια στον αντιαιρετικό αγώνα, είναι τοις πάσι γνωστό πόσοι πρώην αιρετικοί τού οφείλουν την αναγέννησή τους καθώς επίσης και την αναθεωρητική τους στροφή στο καθαρό και στο ανόθευτο. Στο αμόλυντο και στο ατραυμάτιστο. Στο τελείως αψεγάδιαστο. Στο τέλειο, στο οποίο στόχευε κι ο πατήρ Δανιήλ όλα αυτά τα χρόνια κατά το ρηθέν από στόματος του Χριστού μας :
Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστίν. ( = να είστε τέλειοι, όπως ο ουράνιος Πατέρας σας είναι τέλειος, Κατά Ματθαίον 5.48).


Πολλοί είναι αυτοί που μιλούσαν, μιλούν και θα μιλούν ακόμα περισσότερο όσο περνάει ο καιρός, για τα πνευματικά χαρίσματα αυτού του ανθρώπου. Πρόκειται για τους κυρίως ευεργετηθέντες και για όλους εκείνους που ένιωσαν βαθιά μέσα τους πως μέσα από τον παππούλη μιλούσε και ενεργούσε η Χάρις του Θεού. Αυτό δηλαδή που εκατοντάδες ανθρώπων αισθάνονταν και για τον Γέροντα του πατρός Δανιήλ, Γέροντα Πορφύριο (φωτο).


Πράγματι, ο πατήρ Δανιήλ, ήταν διαφορετικός, ξεχωριστός, χαρισματικός!
Μα την χαρισματικότητα αυτή, δεν την ώφειλε αποκλειστικά στα ακριβά δώρα του Θεού μας.
Χαρισματικότητα εξέπεμπε και ακτινοβολούσε το ταπεινό και χαμηλό κοίταγμά του κάτω στη γη, το οποίο ισοδυναμούσε και ισοσκελιζόταν με το πιο μεστό και τρανταχτό κήρυγμα.
Χαρισματικότητα εξέπεμπε και ακτινοβολούσε η άνευ προηγουμένου διάκρισή του, η οποία του έδινε τη δυνατότητα και το προνόμιο να φέρνει τον εκάστοτε εξομολογούμενο σε πλήρη συναίσθηση και αυτοαντίληψη και γι’ αυτό σε άμεση αυτοθεραπεία. Χωρίς αυστηρότητα, ποινές ή επιπλήξεις. Χωρίς περιττές κουβέντες και λόγια παρηγορητικού τύπου. Αν επιτρέπεται η έκφραση, ‘‘ το πράγμα ερχόταν από μόνο του με τον πατέρα Δανιήλ ’’.
Χαρισματικότητα εξέπεμπε και ακτινοβολούσε η ευγενική μεταχείριση κάθε περίστασης ανεξαιρέτως. Η αλύγιστη προθυμία του, η ολοκληρωτική μέθεξη στον πόνο του Άλλου, η οντολογική του ταπείνωση, ο χαμηλός τόνος της φωνής του, το χιούμορ του, η ευαισθησία του, το φιλότιμό του που αν του έδινες κάτι, έστω και το ελάχιστο, στο ανταπέδιδε διπλάσια στα φανερά, και ποιος ξέρει το πόσο στα κρυφά, στα μυστικά με την προσευχή και τη νηστεία του.
Χαρισματικότητα τέλος, εξέπεμπε και ακτινοβολούσε η ‘‘ σκανδαλιστική ’’ συμπαράστασή του, το χωρίς διάκριση ενδιαφέρον του, ακόμα και εκείνη η χαριτωμένη προσποίηση ότι δε θυμόταν, έτσι ώστε να μη φέρνει σε δύσκολη θέση τον άνθρωπο που βρισκόταν δίπλα του στην εξομολόγηση.
Η συνείδησή του μυροβολούσε, μοσχοβολούσε και δάκρυζε από αγάπη, ακριβώς επειδή ήταν σμιλευμένη και διαμορφωμένη με βάση τις ανάγκες και τις επιταγές του κάθε άλλου ανθρώπου, του κάθε πονεμένου, του κάθε στερημένου…
Χατίρι προσπαθούσε να μη χαλάει σε κανέναν. Υπερπηδούσε κάθε εμπόδιο, ακόμα και την εύθραυστη υγεία του, για να ικανοποιεί πάντα και να μη δυσαρεστεί κανέναν και για τίποτε. Δύσκολα θα ξεχαστούν οι εκδρομές που οργάνωνε προς πνευματική τροφοδότηση και ωφέλεια αλλά και οι περίφημες εκείνες συγκεντρώσεις οι οποίες γινόντουσαν πάντα αφορμή για ανταλλαγή απόψεων και διαφόρων τοποθετήσεων, συζητήσεων αλλά και χιούμορ. Εκεί έβλεπες τον παππούλη να χαμογελάει από καρδιάς και να χαίρεται αληθινά για όλα του τα πνευματικοπαίδια. Στη γεωγραφία του προσώπου του, διέκρινες τη γεωγραφία της ψυχής του.
Το τέλος ήρθε ξαφνικά, απρόσμενα. Το γεγονός αιφνιδίασε και βύθισε στη θλίψη χιλιάδες κόσμου που κατέκλυσαν στην κυριολεξία το Ησυχαστήριο του Γέροντος Πορφυρίου στο Μήλεσι. Τα δάκρυα και η έκφραση αυτού του κόσμου κάθε ηλικίας, απεκάλυπταν με τον πιο περίτρανο και αποδεικτικό τρόπο την ευεργετική διάθεση του πατρός Δανιήλ και τις σωτήριες ενέργειές του προς ευνοϊκή διευθέτηση κάθε ζητήματος. 


Στην εξόδιο ακολουθία, δεν μπορούσαν να αφήσουν ασυγκίνητο και άκαμπτο, ακόμα και τον πιο ψύχραιμο, τα κλάματα των μικρών παιδιών που φιλούσαν χωρίς δισταγμό ξανά και ξανά το ‘‘ ζεστό ’’ χεράκι του παππούλη τους . Στο τέλος ψάλλαμε όλοι το Χριστός Ανέστη κι όλων μας ο λογισμός διέσχιζε νοερά όλον εκείνο το χρόνο ο οποίος θα μεσολαβήσει για να έρθει η στιγμή του κοινού ξεσηκώματος, της κοινής Αναστάσεως.
Αμήν. 


Σε έζησα λίγο. Σου χρωστώ πολλά !
Καλό ταξίδι. Καλή αντάμωση !
Καλό Παράδεισο ! 

Χάθηκες και έσβησες σαν την αστραπή κι η ψυχή μου έρημη δακρυσμένη γη.
Χάθηκες ανοίγοντας τ’ άσπρα σου πανιά , γι’ άλλους κόσμους ταξιδεύεις, γι’ άλλη
Αγκαλιά . 

Σημείωση αρχικού blog: Ευχαριστούμε πολύ τον Π.Σ , πνευματικό τέκνο του μακαριστού π.Δανιήλ για το τόσο μεστό και έμπλεο αγάπης και ευγνωμοσύνης κείμενό του.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

ορθοδοξη ασκηση

  1. 1. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΣΗ
  2. 2. ασκητισμός • Ως ασκητισμό θα μπορούσαμε να ορίσουμε την στάση και την πρακτική ενός ανθρώπου ο οποίος εκουσίως και αυτοβούλως στερεί από τον εαυτό του συγκεκριμένα αγαθά. • Τα αγαθά αυτά είναι από αυτά τα οποία ο μέσος άνθρωπος θεωρεί ως αυτονόητα δικαιώματά του ή εν πάση περιπτώσει η απόλαυσή τους θεωρείται εντελώς νόμιμη και φυσική στα πλαίσια της κοινωνίας που ζει.
  3. 3. Υπάρχει μια απέραντη ποικιλία λόγων για τους οποίους κάποιος καταφεύγει σε ασκητικές πρακτικές και μια αντίστοιχη τεράστια ποικιλία τρόπων υλοποίησής τους. Ο αθλητής, ο επιστήμονας, ο εργαζόμενος κάτω από ειδικές συνθήκες, αλλά ακόμα αυτός που θέλει να πετύχει εξειδικευμένους στόχους βιώνει διάφορες μορφές ασκητισμού.
  4. 4. Σκοπός της ορθόδοξης άσκησης • Η ορθόδοξη άσκηση θέλει να βγάλει τον άνθρωπο από την ατομικότητα, από την απομόνωση, από το κλείσιμο στον εαυτό του και να τον επαναφέρει στη σχέση, στη φύση του που είναι εκκλησιαστική, να τον κάνει μέλος της Εκκλησίας. • Η ορθόδοξη άσκηση θέλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να συναντήσει το Πρόσωπο του Θεού και τα πρόσωπα των αδελφών του. Γι’ αυτό το σκοπό και μόνο χρειάζεται η άσκηση.
  5. 5. κομποσχοίνι • κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.
  6. 6. Ορθόδοξος μοναχισμός • o μοναχ ς οφείλει ναὸ συγκεντρώσει τη διάνοιά του περ τον Θε και να μηὶ ὸ διασπάται η σκέψη του σε κοσμικ ζητήματαὰ . • Έτσι, με την προσευχ κα τηὴ ὶ νήψη(αυτοσυγκέντρωση της σκέψης στη νοερ προσευχὰ ὴ κα την ιερ ησυχίαὶ ὰ ) θα οδηγηθεί στην κάθαρση των παθών και την θεία έλλαμψη του νου.
  7. 7. Σε αυτ συνίσταται ηὸ προσπάθεια του μοναχού που είναι μία σταυρικ καιὴ ασκητικ ανάβασηὴ απ την φιλαυτία και τονὸ εγωισμὸ στην αποταγ (αποκήρυξηὴ των κοσμικών), υποταγ στον ηγούμενοὴ ἢ τον πνευματικό του γέροντα, υπακο και υπομον στιςὴ ὴ θλίψεις κα τις δοκιμασίες.ὶ
  8. 8. ΑΡΕΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΣΚΗΤΗ • Ακτημοσύνη • Υπακοή • Εγκράτεια Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.
  9. 9. ακτημοσύνη • Όχι μόνο απαλλαγή από χρήματα και κτήματα αλλά απελευθέρωση από κάθε φροντίδα και επιθυμία κτήσεως. • Αυτός που προσέρχεται στο μοναχισμό καλείται να πετάξει κάθε βιοτική φροντίδα και επιθυμία.
  10. 10. υπακοή • Η υπακοή είναι μία από τις πιο κεφαλαιώδεις αρετές του μοναχού. Είναι προυπόθεση για την ταπεινοφροσύνη, που είναι κατά γενική ομολογία η κορωνίδα όλων των χριστιανικών αρετών. Οι Πατέρες τοποθετούν την υπακοή πάνω από την νηστεία και την προσευχή.

Όσιος Δωρόθεος – Μία μεγάλη ασκητική μορφή († 13 Αυγούστου)


Όσιος Δωρόθεος: Εορτάζει στις 13 Αυγούστου εκάστου έτους.
«H διάκρισις εν λόγοις σοις ερρύη, Ω Δωρόθεε των μοναστών το κλέος». 
– Ο αββάς (πατήρ) Δωρόθεος είναι μεγάλη ασκητική μορφή του 6ου αιώνος μ.Χ., που όμως στον πολύ κόσμο παραμένει άγνωστη.
Σε νεαρή ηλικία εγκαταβίωσε σε κοινόβιο Μοναστήρι, στο οποίο ηγούμενος ήταν ο αββάς Σέριδος. Σε κοντινή απόσταση από το Μοναστήρι ζούσαν τότε οι δυο μεγάλοι ασκητές Βαρσανούφιος και Ιωάννης, οι οποίοι είναι γνωστοί από το βιβλίο «Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου», που περιέχει τις σοφές απαντήσεις που έδιδαν σε διάφορα ερωτήματα πνευματικής φύσεως. Επειδή ήσαν έγκλειστοι, ελάμβαναν γραπτώς τις ερωτήσεις και πάλι γραπτώς έδιναν τις απαντήσεις.
Ο Όσιος Δωρόθεος, αυτούς τους αγίους ησυχαστάς, τους ευλαβείτο πάρα πολύ και με την σύμφωνη γνώμη του ηγουμένου Σερίδου τους συμβουλευόταν για κάθε σοβαρό θέμα, που είχε σχέση με την πνευματική του πορεία και χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους τίποτα δεν έπραττε. Στο συναξάρι του οσίου Δωροθέου αναφέρονται ερωτήσεις του προς τους μεγάλους αυτούς ασκητές, καθώς και οι σοφές απαντήσεις που λάμβανε. Αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα. Κάποτε ο λογισμός τον ξεσήκωσε να φύγει από το Μοναστήρι και να πάει στην έρημο, για να ζήσει με περισσότερη ησυχία και προσευχή, αφού στο Νοσοκομείο της Μονής, όπου διακονούσε, είχε πολλούς περισπασμούς και δεν εύρισκε ησυχία και αρκετό χρόνο για προσευχή και ανησυχούσε μήπως έτσι «χάσει την ψυχή του».

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Γέροντας Εφραίμ Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Η Μετάνοια κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμά


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι, όπως γνωρίζουμε όλοι, ένας μεγάλος φωστήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος επέτυχε με την όλην θεολογίαν του, πού είναι καρπός της εν Χριστώ βιοτής του, να αναβιώση στην εποχήν του η Ορθόδοξος θεολογία εις όλον το βάθος της. Λέγεται εις το Άγιον Όρος ότι η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εκάλυψε όλα τα κενά και του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ο Αγιορείτης Άγιος αρχίζει την αθωνική βιοτή του από την μονή της μετανοίας μας, την Μεγίστην Μονή του Βατοπαιδίου, διδαχθείς την νοερά εργασία και ασκητική ζωή από τον Βατοπαιδινό Άγιο Νικόδημο τον Ησυχαστή. Πεφωτισμένος ο Άγιος Γρηγόριος από τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, απέκτησε πνευματικήν σοφία και έγινε τέλειος διδάσκαλος των αρετών και της κατά Θεόν ζωής.
Ακολουθώντας την γνησίαν πατερική παράδοσι δεν αποδέχτηκε την ηθικιστική θεώρησι της πνευματικής ζωής, πού προσπάθησαν μερικοί να φέρουν από την Δύσι και να προβάλουν στον χώρο των Ορθοδόξων.
Σε ολόκληρη την πατερική παράδοσι τονίζεται ότι η μετάνοια δεν εξαντλείται σε ορισμένες αντικειμενικές βελτιώσεις της συμπεριφοράς ούτε σε τύπους και σχήματα εξωτερικά, αλλά αναφέρεται σε μια βαθύτερη και καθολικότερη αλλαγή του ανθρώπου. Δεν είναι μία παροδική συντριβή από την συναίσθησι διαπράξεως κάποιας αμαρτίας, αλλά μία μόνιμη πνευματική κατάστασι, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνσι του ανθρώπου προς τον Θεό, και συνεχή διάθεσι για ανόρθωσι, θεραπεία και ανάληψι του πνευματικού αγώνα. Μετάνοια είναι το νέο φρόνημα, η νέα σωστή πνευματική κατεύθυνσι, πού πρέπει να συνοδεύη τον άνθρωπο μέχρι την στιγμή του θανάτου. Μετάνοια είναι η δυναμική μετάβασι από την παρά φύσι κατάστασι των παθών και της αμαρτίας στην περιοχή της αρετής και του κατά φύσι, είναι η τελεία αποστροφή της αμαρτίας και η πορεία επιστροφής στον Θεό.
Την αλήθεια αυτή επισημαίνει κατ΄ επανάληψι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Μετάνοια, λέγει, εστί το μισήσαι την αμαρτίαν και αγαπήσαι την αρετήν και εκκλίναι από του κακού και ποιήσαι το αγαθόν». Από τον ορισμό αυτό φαίνεται σαφώς ότι ο Ιερός πατήρ δεν μπορεί να δη την μετάνοια ως τυπική και μηχανική αλλαγή, αφού την προσδιορίζει η οντολογική ανακαίνισι του ανθρώπου. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το γεγονός της μετανοίας δεν είναι δυνατό να αντικειμενοποιήται στις διαστάσεις μιας απρόσωπης συνταγής η τακτικής, αλλά παραμένει πάντοτε ενδεχόμενο προσωπικής αποκαλύψεως. «Ο μετανοών άνθρωπος εκ ψυχής τη μεν αγαθή προθέσει και τω της αμαρτίας εκστήναι φθάνει προς τον Θεόν» (Ομιλία 3η P.G. 151, 44Β).
Αυτός ο προσωπικός χαρακτήρας της μετανοίας αποκλείει για τον Παλαμά και γενικώς για Ολους τους Αγίους Πατέρες κάθε ευσεβιστική χροιά, πού θέλησε να δώση στην μετάνοια, και κατά συνέπεια, στην όλη πνευματική ζωή, η Δύσι. «Ου γαρ εν ρήμασιν ημών, αλλ’ εν πράγμασιν η ευσέβεια», τονίζει ο ιερός Ησυχαστής (Προς Φιλόθεον 6, Συγγράμματα Β’, σελ. 521).
Αλλά αφού η μετάνοια είναι αρχή και τέλος της κατά Χριστόν πολιτείας, και αφού είναι σκοπός αυτής της ζωής, είναι επόμενο όλα να θεωρούνται από αυτήν και να παίρνουν αξία η απαξία σε σχέσι με αυτήν. Και αυτή ακόμη «η πίστις ωφελεί, εάν κατά συνείδησιν πολιτεύηταί τις και ανακαθαίρει εαυτόν δι΄εξομολογήσεως και μετανοίας» (Ομιλία 30, P.G. 151,185Α). Αυτό άλλωστε δίνεται ως υπόσχεσι και συμφωνία κατά την στιγμή του Αγίου Βαπτίσματος.
Ένα βασικό στάδιο, πού προηγείται από την μετάνοια, είναι η επίγνωσι και η συναίσθησι των αμαρτημάτων, «ήτις μεγάλη εστίν προς ιλασμόν αφορμή» αναφέρει ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (Ομιλία 28, P.G. 151, 361C). Ο άνθρωπος, κατά τον Παλαμάν, για να έλθη σε μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σε επίγνωσι «τών οικείων πλημμελημάτων» και μεταμελείται μπροστά στο Θεό, στον οποίον καταφεύγει «έν συντετριμμένη καρδία». Αφήνει τον εαυτό του στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Εκείνου και πιστεύει, όπως ο άσωτος, ότι είναι ανάξιος να ελεηθή από τον Θεό και να ονομάζεται υιός του. Και όταν με την επίγνωσι και την συναίσθησι της αμαρτωλότητος έλκυση επάνω του το έλεος του Θεού, παίρνει τελείαν την άφεσιν με την αυτομεμψία και την εξομολόγησι.
Θέλοντας ο Θεόσοφος Πατήρ να προσδιορίση όλα τα στάδια της μετανοίας, λέγει χαρακτηριστικά τα έξης: «Τη γαρ επιγνώσει των οικείων αμαρτημάτων έπεται η οικεία κατάγνωσις· ταύτη δε η επί τοις αμαρτήμασι λύπη, ην ο Παύλος κατά Θεόν προσηγόρευσε. Τη δε κατά Θεόν λύπη ταύτη πέφυκεν ακολουθείν η μετά συντετριμμένης καρδίας προς τον Θεόν εξαγόρευσις τε και δέησις, και η υπόσχεσις της εις το έξης των κακών αποχής και τοϋτό έστιν η μετάνοια».
Η μετάνοια ως νέα κατάστασις στη ζωή του ανθρώπου, συνοδεύεται από ορισμένες συνέπειες πού η βιβλική και πατερική γλώσσα τις ονομάζει «καρπούς μετανοίας». Ως πρώτον καρπόν μετανοίας ο ιερός πατήρ προβάλλει την εξομολόγησι, αφού με αυτή κερδίζεται η θεραπεία και η κάθαρσι της ψυχής του πιστού και εγκαινιάζεται η καινούργια ζωή: «Η των αμαρτιών ουν εξομολόγησις αρχή εστι της καλλιέργειας ταύτης, ταυτόν ο’ ειπείν της μετανοίας και της ετοιμασίας του δέξασθαί τινα εν εαυτώ τον σωτήριον σπόρον, τον λόγον του Θεού» (Σοφοκλέους Οικονόμου, Ομιλία ΝΣΤ’, σελ. 201-202).
Η εξομολόγησι όμως δεν είναι ο μόνος καρπός της μετανοίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος καλώντας με το κήρυγμα του τους ανθρώπους σε μετάνοια, εκτός από την εξομολόγησι τους παρακινούσε σε ελεημοσύνη, δικαιοσύνη, μετριοφροσύνη, αγάπη και αλήθεια, πού είναι γνωρίσματα της ανακαινιστικής δυνάμεως της αληθείας.
Ο Ιερός Αγιορείτης Ιεράρχης είς την 23η ομιλία του τονίζει ότι «η μετάνοια, είπερ αληθώς εκ καρδίας εστίν, αναπείθει τον κεκτημένον μηκέτι προσκεχηκέναι τοις φθειρομένοις, μηκέτι προσκεχηκέναι ταις ου καλαίς ηδοναίς, αλλά καταφρονείν των παρόντων, αντέχεσθαι των μελλόντων, αγωνίζεσθαι κατά παθών, αντιποιείσθαι των αρετών, εγκρατεύεσθαι πάντα, επαγρυπνείν ταις προς Θεόν δεήσεσιν, απέχεσθαι του εξ αδικίας κέρδους, ίλεων είναι τοις αυτώ πταίουσι, τοις ικετεύουσιν ευμενή, τοις δεομένοις της παρ’ αυτού βοηθείας, οις έχει λόγους έργοις, αναλώμασιν ετοιμότατον» (Ομιλία 23, P.G. 151,364 BC). Δηλαδή ο άνθρωπος πού ζη αληθινά την μετάνοια δεν ξαναγυρίζει στις πρώτες αμαρτίες, ούτε προσκολλάται σε πρόσωπα και πράγματα της φθοράς, ούτε προσχωρεί στις αμφίβολες ηδονές, αλλά καταφρονεί τα παρόντα, προσβλέπει στα μέλλοντα, αγωνίζεται κατά των παθών, επιδιώκει τις αρετές, άγρυπνε! στην προσευχή, απέχει από άδικα κέρδη, είναι επιεικής σε όσους πταίουν εναντίον του, εύσπλαχνος σε αυτούς πού τον προκαλούν και έτοιμος να βοηθήση με λόγους, με έργα και με θυσίες ακόμη αυτούς πού έχουν την ανάγκη του. Και όταν προτρέπη ο οσιώτατος πατήρ τους χριστιανούς να αποκτήσουν έργα μετανοίας, υπογραμμίζει κυρίως το ταπεινό φρόνημα, την κατάνυξι και το πνευματικό πένθος. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα γνωρίσματα του χριστιανού εκείνου πού ζη την μετάνοια, λέει ότι είναι γαλήνιος και ήρεμος, γεμάτος έλεος και συμπάθεια προς τους άλλους, ποθεί την δικαιοσύνη, επιζητεί την καθαρότητα, έχει ειρήνη αλλά και φέρνει την ειρήνη, υπομένει καρτερικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες και νιώθει χαρά και ευχαρίστησι στους διωγμούς, τις ύβρεις, τις συκοφαντίες, τις απώλειες και όσα άλλα πάσχει για την αλήθεια και την δικαιοσύνη (Ομιλία 31, P.G. 151, 392C, Φυσικά Θεολογικά).
Η πορεία της ανορθώσεως με την μετάνοια, της απομακρύνσεως από την δουλεία των παθών και της ασκήσεως για την εργασία των θείων εντολών είναι πορεία των αγίων και θεουμένων υπάρξεων. Και από αυτήν την αλήθεια ξεκινώντας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει τα εξής: «Εάν κάθε χριστιανός δεν ημπορεί να φθάση τους Αγίους και τα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα πού χαρακτηρίζουν την ζωή τους και είναι εξ ολοκλήρου αμίμητα, μπορεί όμως και πρέπει να μοιάση και να τους ακολουθήση στην πορεία της ζωής τους προς την μετάνοια. Και αυτό, γιατί καθημερινά «πολλά πταίομεν άκοντες» και μοναδική ελπίδα σωτηρίας για όλους μας παραμένει η ανάνηψι και η βίωσι, κατά τον Άγιον Γρηγόριον, της «διηνεκούς μετανοίας» (Ομιλία 28, RG. 151.361C).
 
Το πένθος ως ασκητική προϋπόθεση
Βασική προϋπόθεσι εξόδου από τα δεσμά των παθών, αλλά και ταυτοχρόνως αρχή και πηγή μετανοίας είναι το κατά Θεόν πένθος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μέσα στα κείμενα του πολύ συχνά αναφέρεται στο κατά Θεόν πένθος και στην οδυνηρή αλλά και ευφρόσυνη κατάστασι, από την όποια χρειάζεται να περάση ο χριστιανός, πού επιθυμεί να ζήση την αληθινή ζωή. Γι΄ αυτό και δεν διστάζει να χαρακτηρίση την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως κατ’ εξοχήν περίοδο πένθους και αγώνα πνευματικού, ως σύμβουλο του παρόντος αιώνος και ως προϋπόθεσι αναστάσεως για την ζωή του κάθε πιστού.
Ο Άγιος Παλαμάς πού βιώνοντας το κατά Θεόν πένθος άφηνε τους εκ βάθους στεναγμούς «φώτισαν μου το σκότος», πολύ δικαιολογημένα δεν μπορεί να δη το πέρασμα του άνθρωπου από τη ζωή της αμαρτίας στην «όντως ζωή» χωρίς το πένθος και την μετάνοια. Όταν ο νους, λέει, απελευθερωμένος από κάθε αισθητό πράγμα, ανεβή πάνω από τον κατακλυσμό της τύρβης για τα γήινα πράγματα και μπορέσει να δη τον έσω άνθρωπο, αφού συνειδητοποίηση κατά την δική του έκφρασι «το ειδεχθές προσωπείον», πού απέκτησε η ψυχή από την περιπλάνησί της στα γήινα, τότε σπεύδει να αποπλύνη τον ρύπο της με δάκρυα πένθους (Λόγος εις Πέτρον Αθωνίτην, P.G. 150). Όσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από τις βιοτικές μέριμνες και επιστρέφει στον εαυτό του, τόσο περισσότερο γίνεται δεκτικός του θείου ελέους. Ο Χριστός μας εμακάρισε αυτούς πού πενθούν για τις αμαρτίες τους και για την απώλεια της σωτηρίας τους πού έ’χει ως αιτία την αμαρτία. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος για τον οποίον το πένθος αυτό ονομάζεται μακάριο.
Το πένθος, ενώ αποτελεί σύμφωνα με την πατερική και ασκητική παράδοσι, καρπό του Θεού, προϋποθέτει όμως και την συνεργία του άνθρωπου, πού χρειάζεται την ταπείνωσι, την αυτομεμψία, την κακοπάθεια, την νηστεία, την αγρυπνία, και κυρίως την προσευχή. Και αυτή η αμέλεια του άνθρωπου, στο να εργάζεται τις αρετές και να αγωνίζεται να επιτύχη το κατά Θεόν πένθος, ενισχύεται από την εμπειρία του ησυχασμού, πού μαρτυρεί ότι το πένθος αυτό δεν προξενεί νοσηρότητα και απελπισία, αλλά δημιουργεί στον άνθρωπο τις προϋποθέσεις για να νιώση πνευματική θυμηδία, παράκλησι και κατά τον Παλαμά «παροχή γλυκείας ιλαρότητος» (Προς Ξένην, P.G. 150). Και όταν βοηθήση τον νου να σηκώση το κάλυμμα των παθών, τον εισάγει αθόρυβα στα αληθινά ταμεία της ψυχής και τον εθίζει στην «εν κρύπτω» προς τον Πατέρα προσευχή.
Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις όποιες πρέπει να πενθή ο πιστός. Όπως οι μαθηταί του Κυρίου ελυπούντο για την στέρησι του «όντως αγαθού διδασκάλου Χρίστου», έτσι και σε μας πού δοκιμάζομε την ίδια στέρησι και απουσία του Χρίστου από την ζωή μας, πρέπει να ενυπάρχη και να καλλιεργήται η ίδια λύπη (Ομιλία 29, P.G. 151). Υπάρχει όμως και άλλη αιτία για πένθος· είναι η έκπτωσι από τον χώρο της αληθείας του παραδείσου, στον χώρο του πόνου και των παθών. Είναι τόση η οδύνη αυτής της πτώσεως, διότι κρύβει όλο το δράμα της απομακρύνσεως από τον Θεό, την στέρησι της «πρόσωπον προς πρόσωπον» συνομιλίας με εκείνο, της αϊδίου ζωής και συνδοξολογίας με τους αγγέλους. Ποιος είναι αυτός πού έχει συνειδητοποιήσει την στέρησι όλων αυτών και δεν πενθεί; ερωτά ο Ιερός πατήρ. Και προτρέπει όλους τους πιστούς πού ζουν εν «ειδήσει της τοιαύτης στερήσεως» να πενθήσουν και να αποπλύνουν με το κατά Θεόν πένθος «τους εξ αμαρτίας μολυσμούς» (Ομιλία 29, P.G. 151). Η προτροπή αύτη του Αγίου Γρηγορίου είναι απολύτως εναρμονισμένη με την προτροπή και το βίωμα της εκκλησίας, πού με την υμνολογία της Κυριακής της Τυροφάγου καλεί τους χριστιανούς την παραμονή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να θυμηθούν την απομάκρυνσι από τον χαμένο παράδεισο και να πενθήσουν για την απώλεια αυτή.
Το πένθος είναι κατά τον ασκητικώτατον της Θεσσαλονίκης Ιεράρχην η πιο φυσική και αυθόρμητη εκδήλωσι της τραυματισμένης από την αμαρτία ψυχής, πού έρχεται σε μετάνοια. Ο Άγιος χρησιμοποιεί μία θαυμάσια παρομοίωσι για να κατάδειξη ότι τα τραύματα του άνθρωπου είναι εκείνα πού προκαλούν τον πόνο και όχι αυτό καθεαυτό το γεγονός της μετανοίας πού μόνο χαρά και παράκλησι δίνει στην ψυχή. Όπως σε κάποιον, λέει, πού είναι τραυματισμένη η γλώσσα του, φαίνεται δηκτικό το μέλι και για να νιώση την γλυκύτητα του χρειάζεται να θεραπευθούν τα τραύματα, το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο του Θεού- στις ψυχές πού γεννιέται μόλις νιώσουν το ευαγγελικό κήρυγμα, προξενεί λύπη, επειδή περιβάλλονται ακόμη από τα τραύματα των αμαρτιών μόλις όμως τα αποβάλουν με την μετάνοια, νιώθουν την ευαγγελική χαρά (Ομιλία 29, P.G. 151, 369Β). Γι΄ αυτό άλλωστε και το κατά Θεόν πένθος ονομάζεται και «χαροποιό».
Εμβαθύνοντας ο Παλαμάς στον δεύτερο κυριακό μακαρισμό, πού αναφέρεται στο πένθος, αιτιολογεί το ότι ο Χριστός τοποθετεί τον μακαρισμό αυτόν ακριβώς μετά από εκείνο της πνευματικής πτώχειας, από το γεγονός ότι το πένθος συνυπάρχει με την πνευματική πτωχεία.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του άνθρωπου πού πενθεί κατά Θεόν είναι η άρνησι να μετάθεση η να επιρρίψη σε άλλους την οποιαδήποτε ευθύνη για τις αμαρτίες του. Είναι βασική αρχή πού προβάλλει ο Παλαμάς, όταν μιλά για το κατά Θεόν πένθος, το να τύπτωμε τον ίδιο τον εαυτό μας για τις αμαρτίες μας και να αποφεύγωμε την μετάθεσι της ευθύνης στους άλλους (Ομιλία 29, P.G. 151,369C). Αύτη άλλωστε η μετάθεσι της ευθύνης για την αθέτησι της εντολής του Θεού από τον Αδάμ και την Εύα εστέρησε από αυτούς το σωτήριο πένθος της μετανοίας (Γεν. 3,12-13). Διότι αφού ο άνθρωπος επλάσθηκε από τον Θεό αυτεξούσιος και έλαβε κατά τον Παλαμά «αυτοκρατορικόν αξίωμα κατά των παθών ένδον το ηγεμονικόν της ψυχής» και «ουκ έχει όλως τον κατακρατούντα και βιαζόμενον» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C), με την αυτομεμψίαν και την κατά Θεόν λύπην θα μπορούσε να είχε κερδίση αυτό πού έχασε με την άρνησι αναλήψεως της ευθύνης για το αμάρτημα του. Γι΄ αυτόν τον λόγο ο θείος Γρηγόριος, προσπαθώντας να δώση ένα ορισμόν του πένθους λέει «τούτο τοίνυν εστίν η κατά Θεόν και σωτήριος λύπη, το ημάς αυτούς αιτιάσθαι, και μηδένα των απάντων έτερον, εφ΄ οις αυτοί πράττομεν πλημμελώς, και λυπείσθαι καθ’ εαυτών και δι΄ εξομολογήσεως των ημών ημαρτημένων και της επί τούτοις λυπηράς κατανύξεως τον Θεόν εξιλάσκεσθαι» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C).
Η αυτομεμψία είναι κατάστασι αναπόσπαστη για την ψυχή, στην οποία υπάρχει ταπείνωσι. Αρχικά την οδηγεί στον φόβο της κολάσεως. Φέρει στην φαντασία τις φρικτές τιμωρίες, όπως ο Κύριος τις περιγράφει στο Ευαγγέλιο, πού γίνονται φρικωδέστερες από την αιώνια διάστασι πού αποκτούν. Έτσι, ο άνθρωπος πού πενθεί εδώ τις αμαρτίες του και μέμφεται γι΄ αυτές τον εαυτόν του, αποφεύγει το ανωφελές, απαράκλητο και χωρίς τέλος πένθος, το όποιο γεννάται σε όσους τιμωρημένους έρχονται σε επίγνωσι των αμαρτιών τους. Εκεί, χωρίς καμμιά ελπίδα απαλλαγής και σωτηρίας, αυξάνεται η οδύνη του πένθους από τον αθέλητο έλεγχο της συνειδήσεως. Και αυτό το μόνιμο και διαρκές πένθος, επειδή δεν γνωρίζει τέλος, γίνεται αιτία άλλου πένθους και φοβερού σκότους και καύσωνα χωρίς δροσισμό, πού οδηγεί σε ανέκφραστο βυθό αθυμίας (Προς Ξένην, P.G. 150,1076D-1077A). Σε αντίθεσι με τον Αδάμ και την Εύα αναφέρει ο Παλαμάς τον Λάμεχ ως παράδειγμα ανθρώπου, πού ήλθε σε αυτομεμψία και κατάνυξι για τις αμαρτίες του (Ομιλία 29, P.G. 151, 369D).
Ιδιαιτέρως δε πρέπει να τονισθή ότι η άσκησι μέσα στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοσι είναι απόλυτα συνυφασμένη με το πένθος. Την οδύνη της πτώσεως και την χαρά της αναστάσεως τις ζη ο μοναχός με το χαροποιόν πένθος. Με την σωματική πτώχεια και ταπείνωσι, πού είναι η πείνα, η δίψα, η κακουχία και η κακοπάθεια του σώματος, μέσα με τα οποία έλλογα συστέλλονται οι αισθήσεις του σώματος, όχι μόνο γεννιέται το πένθος αλλά αναβλύζουν και δάκρυα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίδει σαφή εξήγησι γι΄ αυτή την πνευματική κατάστασι στην επιστολή του προς την μοναχή Ξένη. Όπως, λέγει, από την σωματική άνεση, την ανάπαυσι και την τρυφή, γεννώνται η αναλγησία, η πώρωσι και η σκληροκαρδία, έτσι από την ανήδονη, την λιτή και με εγκράτεια λαμβανόμενη τροφή, προκαλούνται η συντριβή της καρδιάς και η κατάνυξι. Με αυτά αποτρέπονται οι ενέργειες της κακίας και παρέχεται στην ψυχή άφατη και γλυκύτατη ιλαρότητα. Χωρίς την συντριβή της καρδιάς είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από τα πάθη. Η δε καρδιά δεν έρχεται σε συντριβή παρά μόνο με την εγκράτεια του ύπνου, της τροφής και των σωματικών ανέσεων. Όταν με την συντριβή απαλλαγή η ψυχή από τα πάθη και την πικρότητα της αμαρτίας, τότε δέχεται την πνευματική θυμηδία (Προς Ξένην, P.G. 151,1076BC). Αυτή άλλωστε είναι και η παράκλησι για την οποία ο Κύριος μακαρίζει τους πενθούντας. Έτσι μόνο εξηγείται το ότι η μεταβολή της λύπης σε χαρά, για την οποία μίλησε ο Χριστός στους μαθητές του, γίνεται βίωμα από το οποίο ο μοναχός αποκτά καθημερινή εμπειρία. Το πένθος γίνεται χαροποιό και μακάριο, διότι κυρίως καρποφορεί μέσα στον άνθρωπο τον αρραβώνα της αιωνίας χαράς.
Η αυτομεμψία και η συναίσθησι της αμαρτωλότητος είναι οι καταστάσεις πού προετοιμάζουν στην ψυχή το πένθος. Για πολύ καιρό, λέγει ο ιερός πατήρ, σαν ένα νοητό βάρος πάνω από το λογιστικό μέρος της ψυχής, το πιέζουν και το συνθλίβουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποστάξη ο σωτήριος οίνος πού «ευφραίνει καρδίαν άνθρωπου». Ο οίνος αυτός είναι η κατάνυξι, η οποία χάρι στο πένθος, μαζί με το ενεργητικό μέρος της ψυχής συνθλίβει και το παθητικό- και αφού την απαλλάξη από το σκοτεινό βάρος των παθών, την γεμίζει με την μακάρια χαρά (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).
Όσο οδυνηρό όμως είναι το πένθος στα πρώτα του στάδια, διότι συνυπάρχει με τον φόβο του Θεού, τόσο αργότερα με την πάροδο του χρόνου και την πνευματική προκοπή της ψυχής γίνεται χαροποιό, διότι βλέπει κανείς αληθινά μακάριους και γλυκούς καρπούς. Όσο χρονίζει το πένθος στην ψυχή, τόσο η αγάπη για τον Θεό αυξάνεται και με ακατάληπτο τρόπο ενώνεται μαζί της. Όταν δε η ψυχή βιώνει βαθιά το πένθος, γεύεται την παρηγοριά της χρηστότητος του Παρακλήτου. Αυτή είναι για την ψυχή τόσο ιερά, γλυκιά και μυστική εμπειρία, ώστε εκείνοι πού δεν απόκτησαν προσωπική γεύσι από αυτή, να μη την υποψιάζωνται καθόλου (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).
Μία θεμελιακή άποψι στην θεολογία του πένθους είναι ότι δεν συμμετέχει σ’ αυτό μόνο η ψυχή, αλλά και το σώμα. Και η «παράκλησις» για την οποία εμακάρισε ο Κύριος τους πενθούντας, είναι καρπός, τον όποιον δέχεται όχι μόνον η ψυχή, αλλά όπως τονίζει ο Παλαμάς «και το σώμα μεταλαμβάνει πολυτρόπως» (Υπέρ ησυχαζόντων 1, 3, 33). Εναργέστατη απόδειξι γι΄ αυτήν την πραγματικότητα αναφέρει «το κατώδυνον εφ΄ αμαρτήμασι πενθούσι δάκρυον» (Υπέρ ησυχαζόντων).
Καρπός ακόμη του κατά Θεόν πένθους, είναι και η σταθεροποίησι του άνθρωπου στην αρετή, μια και, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «η κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν αάμεταμέλητον απεργάζεται εις την ψυχήν προς σωτηρίαν» (Β’ Κορ. 7.10), διότι κατά τον Παλαμά μπορεί ο άνθρωπος να πτώχευση κατά Θεόν και να ταπεινωθή πνευματικά, αν όμως δεν προσλάβη και το πένθος, εύκολα μεταβάλλεται η διάθεσί του- μπορεί να ξαναγυρίση στις άτοπες και αμαρτωλές πράξεις, πού άφησε, και να ξαναγίνη παραβάτης των εντολών του Θεού, αφού πάλι θα φούντωση μέσα του η επιθυμία και ο πόθος για την αμαρτωλή ζωή. Αν όμως παραμείνη στην πτώχεια, πού εμακάρισε ο Κύριος, και καλλιεργήση μέσα του το πνευματικό πένθος, τότε σταθεροποιείται και ασφαλίζεται στην πνευματική ζωή, διώχνοντας έ’τσι τον κίνδυνο να επιστρέψη εκεί, από όπου ξεκίνησε (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).
Η ωφέλεια όμως από το πένθος δεν περιορίζεται μόνο στο ότι ο άνθρωπος γίνεται σχεδόν ακίνητος προς το κακό, αλλά κατά τον Άγιον Γρηγόριον, εξαλείφει εντελώς και τις προηγούμενες αμαρτίες του, όταν βέβαια έχει ως κατάληξι το μυστήριο της μετανοίας. Διότι αφού ο άνθρωπος πενθεί κυρίως γι΄ αυτές, ο Θεός τις καταλογίζει ως ακούσιες· ο Άγιος χαρακτηριστικά λέγει ότι «τα ακούσια ουχ υπεύθυνα» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).
Έτσι το κατά Θεόν πένθος δεν εφελκύει μόνο την παράκλησι και την παρά Θεού συγχώρησι προσφέροντας τον αρραβώνα της αιωνίου ευφροσύνης, αλλά ταυτόχρονα προφυλάσσει τις αρετές πού έχει η ψυχή, αφού κατά τον Άγιον Γρηγόριον η ψυχή πού έμαθε να πενθή γίνεται δυσκίνητη προς το κακό (Προς Ξένην, P.G. 150,1085D).
Τέλος ο αγιορείτης Ησυχαστής και των Θεσσαλονικέων Ιεράρχης, στην περί παθών και αρετών πραγματεία του, πού στη μεγαλύτερη της έκτασι είναι αφιερωμένη στο πένθος, χρησιμοποιεί ένα πολύ εκφραστικό παράδειγμα για να κατάδειξη την πορεία του άνθρωπου στο πένθος. Παρομοιάζει την αρχή του πένθους με την επιστροφή του άσωτου υίοϋ· γι΄ αυτό και γεμίζει κατήφεια τον πενθούντα και τον οδηγεί στην επανάληψι των λόγων εκείνου: «πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου». Αλλά και το τέλος του, πάλι, το εικονίζει με την προϋπόθεσι και το άνοιγμα της αγκάλης του Θεού Πατρός «εν η τω πλούτω της ανεικάστου πτώχειας εντυχών, και πολλής χαράς και παρρησίας δι΄ αυτήν ο υϊός επιτυχών, εφιλείτο τε και αντεφίλει, και συνεισελθών, συνεστιάτο τω Πατρί, της ουρανίου συναπολαύων ευφροσύνης» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C). Γι΄ αυτό και ο όρος «χαρμολύπη» πού χρησιμοποιούν συνήθως οι ασκητές για να εκφράσουν το βίωμα της εσχατολογικής υπερβάσεως του πόνου, είναι ίσως το πιο εκφραστικό σύμβολο ολόκληρης της ασκητικής ζωής τους, ζωής κυρίως δακρύων και πένθους (Βλέπε Γ. Μαντζαρίδου «Η περί θεώσεως διδασκαλία» στα Παλαμικά 1973, σελ. 215).
Σ΄ αυτήν την συνοπτική και μπορεί να πη κανείς πρόχειρη παρουσίασι των θέσεων του Παλαμά περί μετανοίας βλέπουμε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ως κατ΄ εξοχήν άνθρωπος της εσωτερικής ζωής ενδιεφέρετο όχι απλώς να διορθώνουμε εξωτερικά τα κακώς κείμενα, αλλά να μετανοούμεν εσωτερικά, πενθούντες και κλαίοντες. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν ο ίδιος άνθρωπος της μετανοίας, αλλά και αληθινός κήρυκας της μετανοίας.
Ευχόμεθα ταπεινώς, τώρα πού εγγίζει η αγία περίοδος της Μεγάλης  Τεσσαρακοστής, της κατ’ εξοχήν περιόδου της μετανοίας κατά τον Άγιον Γρηγόριον, να «προσπέσωμεν και να κλαύσωμεν εναντίον του Θεού ημών» για να γευθούμε την μακαριότητα της βασιλείας του. Μη λησμονούμε ότι η διόρθωσι του εαυτού μας αλλά και του κοινωνικού συνόλου αρχίζει και θεμελιώνεται στην προσωπική μετάνοια του κάθε άνθρωπου. Αυτό άλλωστε είναι το πνεύμα του αγιορείτικου μοναχισμού, όπως το τονίζει ο Άγιος Παλαμάς, «η διηνεκής μετάνοια». Αμήν.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Το σκάνδαλον του "Σκανδάλου"

 



Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Το σκάνδαλον του
ΤΟ  ΣΚΑΝΔΑΛΟΝ  ΤΟΥ  “ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ”
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακή των Απόκρεω
(Α' Κορ. η΄ 8 – θ΄ 2)
Μόνο αυτός που φλέγεται από την αγάπη και για την δόξα τού Χριστού είναι έτοιμος για κάθε είδους θυσία. Θυσία από τα μικρότερα έως τα μεγαλύτερα, όπως βλέπουμε στον Απόστολο Παύλο. Στον Απόστολο των εθνών που διαμαρτύρεται με όλη τη δύναμη της ψυχής του εναντίον εκείνων, οι οποίοι είτε ενσυνειδήτως, είτε ασυνειδήτως, γίνονται αφορμή σκανδάλου για τους πιστούς. Και δεν μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά, αφού το σκάνδαλο, επιφέρει καταστρεπτική επίδραση στην πνευματική ζωή και γενικώς στην πρόοδο των Χριστιανών.
Ο Απόστολος είχε λάβει πληροφορίες ότι στην Κόρινθο υπήρχαν μερικοί πιστοί “προοδευμένοι” στην γνώση οι οποίοι δεν πρόσεχαν όσο θα έπρεπε την εξωτερική τους συμπεριφορά και γίνονταν αφορμή πολλών σκανδάλων. Η βρώσις των ειδωλοθύτων κρεάτων, δηλ. αυτών τα οποία είχαν πριν προσφερθεί θυσία στα είδωλα, γινόταν αιτία, ώστε ορισμένοι απλοϊκοί πιστοί, που δεν είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα μέσα τους κάποια θέματα, να σκανδαλίζονται. Έτσι ο ιδρυτής τής Εκκλησίας τής Κορίνθου, τους επιτιμά, εκείνους που γίνονται αιτία και αφορμή σκανδάλου και τους γράφει: “Εάν η τροφή γίνεται αιτία σκανδάλου στον αδερφό μου, δεν θα φάγω καθόλου κρέας σε όλη μου την ζωή, για να μη σκανδαλίσω τον αδερφό μου”.
Ο θεόπνευστος Απόστολος ξεκαθαρίζει το θέμα τού σκανδάλου κατά τρόπο άμεσο και δυναμικό. Όμως το σκάνδαλο δεν αφορούσε μόνο την Εκκλησία τής Κορίνθου, αλλά δυστυχώς το βρίσκουμε σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή να φυτρώνει ως μανιτάρι τού διαβόλου. Διότι, τι είναι σκάνδαλο; Σκάνδαλο είναι το εμπόδιο και το πρόσκομμα το οποίο παρεμβάλλεται στην πνευματική πορεία και εμποδίζει την πνευματική προκοπή. Κάποια συμπεριφορά ανάρμοστη για Χριστιανό, κάποιος λόγος επιπόλαιος, κάποιο παράδειγμα προς αποφυγήν, αλλά και τόσα άλλα που όπως όλοι βλέπουμε γίνονται αφορμές για να κλονιστεί η πίστις τού εν Χριστώ αδελφού. Και φυσικά σκάνδαλο δημιουργείται, όχι μόνο από όσους είναι εντελώς απρόσεκτοι και έχουν σχεδόν αρνηθεί την Χριστιανική ζωή, αλλά και από ακατάρτιστους πιστούς και εν πολλοίς από πράξεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως “ηθικώς αδιάφοροι”.
Το θέμα γίνεται παραπάνω από όσο μπορούμε να υπολογίσουμε σοβαρό, όταν βλέπουμε τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, να καταδικάζει το σκάνδαλο με τις πλέον δριμείς εκφράσεις. Να περιγράφει με τα μελανώτερα των χρωμάτων, την βαριά ευθύνη εκείνου που το προκαλεί: “Ουαί – λέγει - τω ανθρώπω εκείνω δι ου το σκάνδαλον έρχεται” (Ματθ. ιη' 7).  Και ακριβώς τα λόγια αυτά του Χριστού θα πρέπει να δημουργούν την ευλογημένη προσοχή και περίσκεψη, αν όχι τον φόβο στις ψυχές όσων αισθάνονται ότι η έως τώρα συμπεριφορά τους δεν είχε την προσοχή αλλά και την συναίσθηση ότι οι ίδιοι γίνονται αιτία, κάποιες ψυχές να κλονίζονται σοβαρά, ίσως δε και ανεπανόρθωτα. Επομένως το σκάνδαλο αποτελεί αμαρτία μεγάλη και η ευθύνη όλων μας είναι  καθόλου μικρή ενώπιον του Θεού. Τούτο σημαίνει ότι είναι απολύτως ανάγκη ο Ορθόδοξος Χριστιανός, να θυσιάζει και μερικά δικαιώματά του, προκειμένου να αποφύγει την δημιουργία σκανδάλου για τους άλλους, αφού επιτέλους και ο πλέον απλοϊκός αδελφός φέρει αθάνατη ψυχή “υπέρ ης Χριστός απέθανεν”.
Θα πρέπει όμως να καταστεί απ' όλους μας κατανοητό και κάτι ακόμα. Ότι, ναι μεν φέρει ευθύνη εκείνος που με την απρόσεκτη ζωή του σκανδαλίζει, αλλά μεγάλη την ευθύνη έχει και εκείνος που σκανδαλίζεται. Ας σταθούμε για λίγο και στο σημείο αυτό, διότι υπάρχουν και ορισμένοι που ως αιτιολογία τού κλονισμού τής πίστεώς τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως πραστράτημα σε αμαρτωλές πράξεις, φέρουν το ότι δήθεν εσκανδαλίσθησαν από τον άλλον (τον απρόσεκτο). Όπως όμως γίνεται κατανοητό απ' όλους, η αδικαιολόγητος αυτή δικαιολογία ότι δηλ. “δεν πταίω εγώ· ο άλλος με παρέσυρε”, όχι μόνο δεν απαλύνει το βάρος τής ευθύνης, αλλά προσαυξάνει την κατηγορία επί του “σκανδαλισθέντος” και εις το κακόν ηττηθέντος, σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. “Όποιος προσπαθεί να δικαιολογήσει τα δικά του σφάλματα προβάλλοντας τα ατοπήματα και σκάνδαλα των άλλων, ομοιάζει με εκείνον που θέλει να πλυθεί και να καθαριστεί με τη λάσπη” είχε διδάξει ο Σωκράτης.
Ο Θεός δεν μας είπε να κανονίζουμε τη συμπεριφορά μας σύμφωνα με το κακό παράδειγμα που δίδουν δυστυχώς οι απρόσεκτοι Χριστιανοί, ου μην αλλά και οι επιπόλαιοι ποιμένες, αλλά σύμφωνα με τον Νόμο Του και το αιώνιο παράδειγμα που Αυτός ο ίδιος μας έδωσε επί γης.  
Εάν μάλιστα θελήσουμε να εμβαθύνουμε έτι περισσότερο στο θέμα τού σκανδάλου, θα καταλήξουμε στο ότι το σκάνδαλο μπορεί ακόμα και να μας βοηθήσει, και όχι να μας εμποδίσει στην ορθόδοξη πνευματικότητα. “Τα σκάνδαλα- κηρύσσει ο Ιερός Χρυσόστομος- διεγείρουν (πρέπει να διεγείρουν) την προσοχή μας, μας κάνουν προθυμότερους στο καλό και ακονίζουν τον νου μας”. Μήπως δεν το βλέπουμε αυτό και στις χαλεπές, από κάθε άποψη, ημέρες που διανύουμε, κυρίως όμως από εκκλησιολογικής πλευράς; Τα σκάνδαλα των συμπροσευχών υψηλά ισταμένων προσώπων με κακοδόξους και αιρετικούς, τα θεατρικά σχεδόν συλλείτουργα, προς προσβολήν των αγίων πατέρων και διδασκάλων, κάνουν “τοις νούν Χριστού έχουσιν” να μελετούν Γραφή, Πατρολογία, Κανονικόν Δίκαιον, Εκκλησιαστική Ιστορία κ.τ.λ. και γενικώς ειπείν τα σκάνδαλα και αυτού του τομέως γίνονται αιτία για όσους έχουν φόβον και αγάπη προς τον Θεόν και τους αδελφούς, να ατενίζουν καθαρότερα την αλήθεια, να απορρίπτουν το σκάνδαλο και την πλάνη και φυσικά να υψώνουν χείρας ικέτιδας, αναφωνόντας ακαταπαύστως το “δόξα τη μακροθυμία σου Κύριε δόξα σοι”. Και όπως κάποιος άγιος όταν ερωτήθηκε από πού έμαθε την τέχνη τής προσευχής, απάντησε, “από τα δαιμόνια”, από τον πόλεμο δηλ. που του έκαναν, ανεκάλυψε την μέθοδο της καρδιακής προσευχής, ούτω πως και εν προκειμένω, τα εκκλησιαστικά ιδίως σκάνδαλα καταρτίζουν τους αυθεντικούς πιστούς αγιωτέρους, τους δε ρηχούς και αγεύστους τής πνευματικής ζωής, χειροτέρους.
Όμως, ας κλείσουμε με τούτο. Πρώτον, να αποφεύγουμε πάση θυσία να προξενούμε σκάνδαλο οιασδήποτε μορφής, και δεύτερον, να μην παρασυρόμεθα από τα “θέατρα του παραλόγου” που ευκαίρως - ακαίρως ανεβάζουν επί της διεθνούς σκηνής όσοι έχασαν τον φόβο τού Θεού, τον σεβασμό προς τους αγίους και φυσικά την εντροπή έναντι του ποιμνίου τους.
Αμήν.
Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Email: ioil.konitsa@gmail.com 
Κόνιτσα.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ “ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ- ΝΟΗΣΙΑΡΧΙΑ Ή ΜΕΘΕΞΙΣ;

        





Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ γλῶσσα τῆς λατρείας θεωρεῖται ἀπὸ ὡρισμένους ὡς τὸ μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν θ. Λατρεία καὶ ζητοῦν ἐπιμόνως ριζικὲς ἀλλαγές.
Ὡς συνειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ κληρικοὶ μὲ ποιμαντικὴ εὐθύνη συμπάσχουμε καὶ ἀλγοῦμε γιὰ τὴν ἀφύσικα διαμορφωμένη ἐξωτερικὴ κατάσταση τῆς γλωσσικῆς ἀφασίας καὶ ἀπαξίας, ποὺ ἐμπνέει καταναλώσιμους πειραματισμοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε χρειάζεται μιὰ γνήσια ἀπάντηση στὸ γλωσσικὸ τῆς Ἐκκλησίας, μετὰ ἀπὸ μιὰ εἰλικρινῆ συζήτηση. Μιὰ ἀπάντηση ἐκκλησιαστική, ρεαλιστική, γερὰ θεμελιωμένη στὰ πατερικὰ κριτήρια.
Ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀπολυτοποιεῖται, εἶναι «ὁ φάρος ὁ παμφαής», ὁ ὁποῖος «εἰς τὸν λιμένα ὁδηγεῖ, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λιμήν» κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη.
Ὁ  Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς κιβωτός, διατήρησε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σ᾽ ὅλη τὴν διαχρονική της ἔκταση καὶ τὴν χρησιμοποίησε κατὰ πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ δύο χιλιετίες γιὰ την διακονία τῆς λατρείας, τῆς θεολογίας καὶ τῆς ποιμαντικῆς της (κήρυγμα). Δὲν ἔχουν ἄραγε τὸ δικαίωμα οἱ νεώτερες γενιὲς νὰ παραλάβουν τοὺς θησαυρούς της, ὡς πατρικὴ κληρονομιά, καὶ ὄχι μόνον ἕνα μέρος της, τὴ Νεοελληνική; Καὶ μήπως μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια, θὰ χρειάζεται καὶ αὐτὴ ἀνανέωση;
Ἡ μεταφραστικὴ προσπάθεια προσεγγίζει τὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀποδώσει τὴν πραγματικὴ «οὐσία» καὶ τὸ μεγαλεῖο τους»
Πῶς μποροῦν νὰ μεταφρασθοῦν τὰ ὡραιότατα ὑμνολογικὰ κείμενα, ὅπου κάθε στίχος εἶναι καὶ μιὰ μουσικὴ φράση», τὰ ὁποῖα «σύγκρισιν οὐκ ἐδέξαντο, οὐδὲ δέξονται μέχρις ἂν ὁ καθ᾽ ἡμᾶς βίος περαιωθῇ» καὶ τα ὁποῖα εἶναι ἀποτέλεσμα τελείας συνθέσεως ἀπὸ τὴν ἐπένδυση τῆς θείας χάριτος, τὴν μελωδικότητα τὼν γραφομένων, τὴν ἀρτιότητα τοῦ λόγου καὶ τὴν ἀκρίβεια τῶν νοημάτων;
Μὲ πόση σαφήνεια θὰ μεταφερθῆ τὸ τριαδολογικὸ δόγμα (ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις), τὸ χριστολογικό, ἡ κοινότητα ζωῆς μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὀντολογικὴ μετοχή τους στὸ οἰκουμενικὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ; Μήπως ἐπανέλθουν προβλήματα, τὰ ὁποῖα ταλάνισαν τὴν Ἐκκλησία κατὰ τοὺς πρώτους της αἰῶνες; (Ἀρειανισμός, Μονοφυσιτισμός), ἢ μήπως προκύψουν νέα; Οἱ αἱρέσεις ποτὲ δὲν ἔλειψαν.
Γιὰ νὰ κατανοηθοῦν τὰ λειτουργικὰ κείμενα δὲν χρειάζεται μετάφραση, ἀλλὰ ἑρμηνεία, ἐξήγηση κατήχηση, μὲ περιεχόμενο μυσταγωγικὸ καὶ ὄχι ἠθικολογικὸ ἢ γνωσιολογικὸ μόνον. Αὐτὰ προϋποθέτουν μαθητεία, ἐξοικείωση, προθυμία καὶ ἄσκηση, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐνορίας, ὅπου μὲ τὴν βοήθεια κληρικῶν, γονέων, κατηχητῶν κ.λπ. οἱ νεώτεροι θὰ λάβουν ἀφορμὲς γιὰ μεγαλύτερη ἐμβάθυνση καὶ θὰ γίνουν πρόσωπα ἐλεύθερα, ὄχι χειραγωγούμενη μᾶζα, ἀκολουθοῦσα εὔκολες λύσεις, ποὺ σκεπάζουν τὴν ἀπροθυμία καὶ τὴν ραθυμία, μέσα σὲ πληθώρα προβλημάτων, ὑπαρξιακῶν καὶ καθημερινῶν.
Τὸ ὅλο θέμα δὲν συνιστᾶ πρόβλημα γλωσσικῆς κατανοήσεως (νοησιαρχία), ἀλλὰ πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ καὶ συγκροτήσεως. Ὁ εὐσεβὴς χριστιανός, κι ἂν δὲν διαθέτει παιδεία ἐγκεφαλική, μπορεῖ μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του νὰ προσεγγίση τὶς αἰώνιες ἀλήθειες, ἔχοντας ὡς ὁδηγὸ τὴν καρδιά του καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πιὸ ρεαλιστικός, πιὸ ἐπείγων καὶ πιὸ συμβατὸς μὲ τὶς σημερινὲς ἀνάγκες φαίνεται ἕνας χαμηλόφωνος ἑρμηνευτικὸς καὶ (εἰ δυνατὸν) βιωματικὸς λόγος (μέθεξις) γιὰ τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως καὶ συνολικὴ ἀναθεώρηση τρόπου ζωῆς, μιὰ ζωντανή, θερμή, ἢ καὶ αἱματηρὴ μαρτυρία ἀγάπης Xριστοῦ, παρὰ μιὰ “ἐργολαβία” Λειτουργικῆς Mεταρρυθμίσεως (μεταφράσεως). Μήπως ἂν γίνει μετάφραση τὴν γλῶσσα, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ γιὰ «μεταφράσεις» (ἀλλαγὲς) σὲ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς «γλῶσσες», ὅπως ἡ εἰκονογραφία, ἡ μουσική, τὸ Τυπικό, ἡ ἀμφίεση τῶν κληρικῶν, τὰ εὐχαριστιακὰ εἴδη, οἱ εἰκόνες ἀπὸ τὴν ἀγροτοποιμενικὴ ζωὴ στὰ Εὐαγγέλια, ἡ ἴδια ἡ ἀναίμακτη Θυσία κ. ἄ.
Τὸ πρόβλημα «μετάφραση» ἐντάσσεται, ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε, στὰ γενικότερα πλαίσια τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τῆς ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου μέσῳ τῆς ἀλλοιώσεως τῆς γλώσσης καὶ τῆς σκέψεως.
Ζοῦμε σ᾽ ἕνα κόσμο πλήρους συγχύσεως ἐννοιῶν, ἀρχῶν, δομῶν καὶ ἀξιῶν, ὅπου οἱ λέξεις κατακερματίζονται, τὰ νοήματα διαμελίζονται, ὁ λόγος ἀποδομεῖται, τὰ νοήματα διαμελίζονται, ὁ λόγος ἀποδομεῖται, ἡ συνείδηση ξεχαρβαλώνεται καὶ ἡ συνεννόηση καθίσταται ὅλο καὶ πιὸ δύσκολη. Ἄραγε εἶναι σκόπιμη ἡ αὐτοεμπλοκὴ τῆς (ἑλληνόφωνης) Ἐκκλησίας σὲ ἕνα φαῦλο κύκλο “νεογλωσσικῶν ἐρίδων” περὶ τὶς λέξεις, τὶς ἔννοιες, τὶς σημασίες, τὶς ἀποχρώσεις, ἐν­ῶ ἔχει τὸ πολύτιμο προνόμιο τῆς ἀκριβοῦς ἐκφράσεως-διατυπώσεως;
Ἂς μὴ ἐγκλωβιστοῦμε στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια τῆς νοησιαρχίας. Ἂς ἐργασθοῦμε γιὰ νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν εὐλογημένη «μέθεξη» μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως κατὰ χάριν.
Τέλος, μὲ εὐλάβεια καὶ υἱικὸ σεβασμό, παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλαμβάνουσα ἀνάλογες ἐνέργειές της τοῦ παρελθόντος, νὰ διασφαλίση καὶ σήμερα τὸ ἀμετάφραστον τῶν κειμένων καὶ ἀναγνωσμάτων τῆς λατρείας, μεριμνῶσα ὅμως παραλλήλως γιὰ τὴν προσφορὰ μεταφράσεών τους γιὰ ἰδιωτικὴ χρήση καὶ γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ λαοῦ μας διὰ τὴν συμμετοχή του στὴν λατρεία.