Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Το πρόβλημα του κακού κατά την Ορθόδοξη Θεολογία


  LampPost_16x20

Το πρόβλημα εάν ο άνθρωπος είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο όν, μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι είναι παλαιό. Τόσο η θεολογία όσο και η φιλοσοφία ήδη από την εμφάνισή τους, προσπάθησαν να απαντήσουν στο θέμα αυτό, άλλοτε μέσα από θέσεις ενότητας και άλλοτε μέσα από συγκρούσεις. Ιδιαίτερα κατά την Ορθόδοξη Θεολογία η σχάση ανάμεσα σε έναν Θεό κατά φύση αγαθό που κατά συνέπεια δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό από την φύση Tου και στην κατάσταση του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος αν και είναι δημιούργημα αυτού του Θεού απέχει από την κατάσταση της αγαθότητας δεν θα την αφήσει αδιάφορη. Η αντίθεση ανάμεσα στον Θεό που δημιουργεί τόσο τον άνθρωπο όσο και τον περιβάλλοντα αυτόν κόσμο «καλόν λίαν», και στο κακό του κυριαρχεί μέσα στην κτιστή πραγματικότητα κάνοντας την ζωή του ανθρώπου αγχώδη και δυστυχισμένη, αποτέλεσε για τους Πατέρες της Εκκλησίας βασικό μέλημα θεολογίας.
Σύμφωνα με ην βιβλική διήγηση ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από ένα Θεό κατά φύση Αγαθό, μάλιστα τον μοναδικό Αγαθό και Καλό1. Η διατύπωση αυτή συνεπάγεται ότι το αγαθό δεν είναι κάτι το απρόσωπο και απροσδιόριστο αλλά ταυτίζεται με αυτόν το Δημιουργό2 από την στιγμή που προέρχεται από Αυτόν. Δημιουργός και Αγαθό είναι ταυτόσημα.Οτιδήποτε προέρχεται από την πηγή του Αγαθού, μετέχει κατά χάριν στην αγαθότητα του Δημιουργού. Άνθρωπος και κτίση μετέχουν αυτής της αγαθοποιού ενέργειας του Θεού αφού προέρχονται από Αυτόν. Ιδιαίτερα ο άνθρωπος ο δημιουργηθείς «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση3» του Θεού μετέχει οντολογικά της θείας αγαθότητας.
Οι πρωτόπλαστοι ζώντας μέσα στην παραδείσια κατάσταση έρχονται σε απευθείας επαφή με τον Θεό, ζουν καθημερινά μέσα στην χάρη και την παρουσία Του. Βέβαια ο Θεός δεν περιορίζεται μέσα στα όρια του κτιστού και της κτιστής σχέσεως. Η επικοινωνία Του όμως με τα δημιουργήματα Του αυτομάτως Τον τοποθετούν εντός της κτιστής πραγματικότητας χωρίς να Τον εγκλωβίζουν σε αυτήν. Συνέχει και συντηρεί τα πάντα4. Αυτή η επαφή Του, η συντήρηση και η συνοχή της κτίσης από τον Θεό φανερώνει την αγάπη και την αγαθότητα Του. Δημιουργία και συντήρηση της κτίσης έχει ως φυσική συνέπεια την ανοδική προς τον Θεό πορεία της. Ο Λόγος του Θεού θα αποκαλύψει την θεία αγαθότητα και η αποκάλυψη αυτή θα μαρτυρήσει και θα συμβολίσει την αγάπη Του προς το άνθρωπο5.
 Βασική αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου και του κόσμου από τον Θεό είναι ότι ούτε ο πρώτος ούτε ο δεύτερος είναι αυθύπαρκτα, αναίτια και άναρχα. Απορρέουν από τον Θεό Δημιουργό και μάλιστα δημιουργήθηκαν ex nixilo. Για τον λόγο αυτό και ο άνθρωπος και η κτίση είναι μεταβαλλόμενοι, τερπτοί. Όλα λοιπόν είναι κατά φύση μεταβαλλόμενα και τερπτά, πλην της λογικής του ανθρώπου. Διότι εντός της λογικής του ανθρώπου βρίσκεται το αυτεξούσιο του, εκείνη η εσωτερική δύναμη, που έχει την χάρη να τον οδηγήσει είτε προς το αγαθό είτα προς την έλλειψη αυτού, δηλαδή προς αυτό που ονομάζουμε κακό. Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι εις θέση να δημιουργήσει το καλό αλλά μετέχει σε αυτό η απόρριψή του αυτομάτως τον οδηγεί στο κακό. Ως εικόνα του Θεού μέσα στην κτίση οφείλει να εργάζεται και να φροντίζει για αυτήν6, από την στιγμή μάλιστα που την υποστασιάζει και την συνοψίζει. Η πορεία και η τελείωση της δημιουργίας είναι ταυτόσημη με την πορεία του ανθρώπου7. Είναι δε το μοναδικό από τα δημιουργήματα ο άνθρωπος που δεν δύναται να θεωρηθεί σαν αυθύπαρκτο, ούτε σαν δεδομένο ούτε ακόμη και από αυτόν τον Θεό. Μόνος ανάμεσα σε όλο τον κτιστό κόσμο μπορεί να οικειοποιηθεί τον Θεό ή να τον απορρίψει. Τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο και αυτονόητο για τον άνθρωπο, ούτε ακόμη και αυτή η μετοχή του στην θεία χάρη. Ελεύθερα ο άνθρωπος εναγκαλίζεται τον Δημιουργό και ελεύθερα πάλι μπορεί να τον αρνηθεί και να απομακρυνθεί από Αυτόν8.
Ενώ λοιπόν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος μπροστά στην αποδοχή ή όχι του καλού, στον Θεό δεν υπάρχει το «εναντίον», δεν απαρτίζει μέρος της φύσης Του9. Ο Θεός είναι φύση αγαθός και όχι αγαθός σε αντίθεση ή σε έλλειψη του κακού. Ακόμη και όταν ονομάζει ο άνθρωπος τον Θεό αγαθό τον ονομάζει υπό την σχηματική του έννοια, διότι ο Θεός βρίσκεται πάνω από κάθε ανθρώπινη έννοια. Σε αντίθεση με την αγαθότητα του Θεού, το κακό δεν υφίσταται οντολογικά από την στιγμή που δεν προέρχεται από την πηγή κάθε υπάρξεως, δηλαδή από τον Θεό. Δευτερογενώς θα εμφανιστεί μέσα στην κτίση, υφιστάμενο μόνον εκεί που το καλό είναι ανύπαρκτο. Δεν δύναται όμως να υπάρξει εγκατάλειψη του καλού χωρίς την αυτεξούσια βούληση του ανθρώπου και την ελεύθερη επιλογή του10.Το καθαυτό ανύπαρκτο κακό αποκτά υπόσταση σε κάθε αυτεξούσιο ον που εθελουσίως εγκαταλείπει το καλό. Κατά την βιβλική διήγηση ακόμη και αυτός ο Διάβολος ήταν άγγελος, η δε ελεύθερη απομάκρυνσή του από τον Θεό και η εγκατάλειψη της ενώσεώς του με Αυτόν τον καθιστούν δαίμονα και ενάντιο του Θεού. Η δε κακία, τα πάθη, η εγκληματικότητα και κάθε παρά φύση κατάσταση του ανθρώπου δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ουσία ή υπόσταση ή υφίστανται οντολογικά. Είναι καταστάσεις που προέρχονται από την ηθελημένη και ελεύθερη άρνηση του λογικού ανθρώπου να παραμείνει ενωμένος με τον Δημιουργό.
Τα πάθη και η αμαρτία είναι καταστάσεις πρωταρχικώς πνευματικές και μεταπτωτικές, δεν ανήκουν δηλαδή στην φύση του ανθρώπου. Είναι καταστάσεις πνευματικές που εμφανίζονται δευτερογενώς στον άνθρωπο, οφειλόμενες στη καταστροφή και στην παραφθορά της ανθρώπινης φύσης μετά την παρακοή και την πτώση. Οι Πατέρες θα τα χαρακτηρίσουν ως ασθένεια της ψυχής, ασθένεια που γίνεται συν τω χρόνω μόνιμη11. Ακόμη και όταν ο άνθρωπος μετανοεί χρειάζεται πολύς πνευματικός αγώνας για να απομακρυνθούν. Και αυτό γιατί οι Πατέρες δεν θα θεωρήσουν ως πρωταρχική αιτία αυτής της ασθενούσας ανθρωπίνης φύσεως τον συναισθηματικό του κόσμο η τις επιθυμίες του αλλά την άγνοια του Θεού. Έτσι το λογικό σκοτίζεται, αμαυρίζεται και προσπαθεί να υποβιβάσει τον άνθρωπο από την πνευματικό κόσμο στο κόσμο των αισθήσεων12. Αυτή η καθοδική πορεία και η υποταγή του νου και του λογικού στις αισθήσεις, συνεπάγεται ταυτόχρονα και την υποταγή όλων των άλλων ψυχικών δυνάμεων. Με αυτόν τον τρόπο ασθενεί και μολύνεται ολόκληρη η ψυχή του ανθρώπου και ανατρέπεται η φυσική της λειτουργία ( δηλ. η ανοδική πορεία προς τον Θεό). Αυτή η μόλυνση όμως της ψυχής δεν περικλείει μόνο την ασθένεια του νου, αλλά επεκτείνεται σε όλες της λειτουργίες της από την στιγμή που κατά την ορθόδοξη παράδοση η ψυχή θεωρείται ως κάτι το ενιαίο και πολυδύναμο που εμπερικλείει όλες τις πνευματικές λειτουργίες του ανθρώπου13.
Βεβαίως η συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος εκτός από τις προσωπικές οδύνες που θα γεννήσει για την ανθρωπότητα συνεπάγεται και την διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων. Στην μεταπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος βρίσκεται σε συνεχή εξάρτηση από το περιβάλλον του. Με την αμαρτία «μολύνει» το περιβάλλον του και από το «μολυσμένο» περιβάλλον του επιστρέφει την ιδία πνευματική μόλυνση.Άρα λοιπόν η Ορθόδοξη Θεολογία δεν μπορεί να εισέλθει στην διαμάχη ανάμεσα στην εμφυτότητα και στην περιβαντολογική επίδραση. Ο αρρωστημένος από την αμαρτία άνθρωπος βρίσκεται σε μια σχέση δεκτικότητας με το περιβάλλον του. Ακόμη και αυτό το θεϊκό περιβάλλον βρίσκεται μέσα στο φυσικό και ιστορικό περιβάλλον. Για την Ορθοδοξία αυτό που έχει σημασία είναι η πρατεραιότητα στην σχέση που δίνεται και στον δραματικό αγώνα για τελείωση και ανάπτυξη. Τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτονόητο και τετελεσμένο. Ο άνθρωπος μπορεί να τελειοποιηθεί και να θεωθεί όπως μπορεί και να δαιμονοποιήθει.
Η αριστοτελική άποψη για την πόλη και τον άνθρωπό ως κοινωνικό ον14λαμβάνει μια νέα προοπτική κάτω από την χριστιανική Θεολογία. Η διαπροσωπικές σχέσεις, η έννομη κοινωνία, λαμβάνει το πρωτότυπό της από την κοινωνία και τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Ούτε ο άνθρωπος ούτε η κοινωνία είναι καταστάσεις αυτονόητες αλλά οδεύουν σε μια συνεχή συγκρότηση και δυναμική τελείωση, στην οποία εμφωλεύει πάντοτε η απειλή του μηδενισμού και της διάβρωσης.Και ως μηδενισμός και διάβρωση θεωρούνται ο εγωισμός του ανθρώπου, η διαιρετική εγωκεντρική διάθεση με ατομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Σκοπός του ανθρώπου είναι να ξεπεράσει την εγωιστική του διάθεση ώστε να μπορέσει να δημιουργήσει διαπροσωπικές σχέσεις. Ο εγωκεντρικός άνθρωπος αυτοαμύνεται για να γίνει πρόσωπο και νομίζει ότι ο εγωισμός μπορεί να τον σώσει, ενώ αντίθετα τον εγκλωβίζει μέσα στον μηδενισμό του.
Μόνο με το ξεπέρασμα του εγωισμού μπορούν να λάβουν υπόσταση οι καθαρές και ολοκληρωμένες κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Το ανθρώπινο πρόσωπο μπορεί να καταξιωθεί μόνο αν ξεπεράσει την αιτία του μηδενισμού. Ακόμη και ο πιο εγωκεντρικός άνθρωπός προσπαθεί να διαφυλάξει βαθιά μέσα του την έννοια της π. χ. της φιλίας και της κοινωνικότητας, ασχέτως αν οι εκδηλώσεις αυτές έχουν καθαρά συμβατικό η υποκριτικό χαρακτήρα η ακόμη έχουν σαν δέκτες ομόφρονες ή ομοϊδεάτες (αλληλεγγύη στα μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας ή σπείρας). Όπου παρατηρείται ιδιοτέλεια, σφετερισμός ή κακία δεν είναι δυνατόν να εμφανιστεί και η Χάρη του Θεού, γιατί δεν μπορεί να υπάρχει κοινή ζωή. Η έννοια της ενότητας που υπάρχει ακόμη και μέσα στην άλογη φύση υφίσταται διότι υπάρχει συνοχή. Τίποτε δεν είναι απομονωμένο και ανεξάρτητο. Η ανεξαρτητοποίηση των λογικών όντων προκαλεί την διαταραχή του κοινωνικού ιστού ένεκα της ιδιωτικοποίησης των κοινών αγαθών, η οποία γεννάται από τον εσωτερικό φόβο του μηδενισμού. Να λοιπόν που βρίσκεται η αιτία της εγκληματικότητας, της βίας και της κοινωνικής αδικίας για την Ορθόδοξη Θεολογία: στην προσπάθεια του ανθρώπου να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά γιατί έτσι πιστεύει ότι μπορεί να ξεπεράσει τον φόβο της μηδενικότητας του.
Ακόμη και αυτή η βία σε οποιαδήποτε μορφή της δεν μπορεί να ερμηνευτεί έξω από τα κοινωνικά πλαίσια. Η προσπάθεια επιβολής του ανθρώπου επάνω σε άνθρωπό μόνο σαν αποτυχημένη κοινωνικότητα θα μπορούσε να ερμηνευθεί από την στιγμή μάλιστα που απορρέει από τον φόβο της μη αναγνώρισης ή από την προσωπική ανασφάλεια. Με αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος τείνει να καταστεί από κοινωνικό σε «ιδιωτικό» η εγωκεντρικό ον. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι έχουνε δύο πράγματα αλλά ένα και μοναδικό που μπορεί να αναπτυχθεί είτε θετικά είτε αρνητικά. Όμως μια παρόμοια κατάσταση μόνο ο άνθρωπος ως ελεύθερο πρόσωπο μπορεί να την δοκιμάσει και να την πραγματώσει. Η βία ως καθαρά αντικοινωνική συμπεριφορά είναι καθαρά γνώρισμα και εφεύρημα του ανθρώπου15.
Συνοψίζοντας κάνεις ολόκληρη την πατερική θεολογία θα μπορούσε να πει ότι το κακό, τα πάθη και κάθε μορφή βίας και εγκληματικότητας συνδέονται με το αυτεξούσιο του άνθρωπου. Η αμαρτία έχει προσωπικό χαρακτήρα16. Άρα λοιπόν μόνο δια του αυτεξουσίου μπορεί να καταπολεμηθεί και γι’ αυτό χρειάζεται η ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου. Μόνον όταν συναισθανθεί την προσωπική του ευθύνη και την ταυτόχρονη υποταγή του στην αμαρτία έχει την δυνατότητα να τα πολεμήσει. Μόνο με την ελεύθερη συγκατάθεσή του στο αγαθό μπορεί να καταπολεμήσει το κακό17. Οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση του προβλήματος είναι ημιτελής. Ιδιαίτερα η προσπάθεια της αποφυγής της προσωπικής ευθύνης επαναλαμβάνει ιστορικά την αμαρτία των Πρωτοπλάστων.18 Ο άνθρωπος λοιπόν δεν μπορεί να περιορίζεται και να κλείνεται στον εαυτό του και να αδιαφορεί για το οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του, από την στιγμή μάλιστα που συνδέεται άμεσα με το περιβάλλον του. Ως μέλος του σύμπαντος μετέχει στο κακό ή στο καλό που υπάρχει γύρω του, κατά συνέπεια το προσωπικό του κακό έχει συμπαντικές διαστάσεις. Κοσμολογικές συνέπειες δεν έχει μόνο το αμάρτημα των Πρωτοπλάστων αλλά έχει το κάθε αμάρτημα που διαπράττει ο άνθρωπος.
Μοναδικός λοιπόν τρόπος υπέρβασης αυτών των καταστάσεων είναι η ένωση του αμαρτωλού ανθρώπου με την πληρέστερη φανέρωση της θεϊκής αγαθότητας στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενώνει υποστατικά την θεία και την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του,ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την κτίση και την οδηγεί προς την τελείωσή της, που είναι το πρόσωπό Του19. Στο πρόσωπο του Χριστού φανερώνεται η τέλεια ανθρώπινη αδιάσπαστη φύση, εμφανίζεται ο νέος Αδάμ.
Αυτή η υποστατική ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης δίδει στον άνθρωπό την δυνατότητα να θεοποιηθεί και να γίνει κατά χάριν Χριστός. Με την μετάνοια και την επιστροφή στον Χριστό του κάθε αμαρτωλού ανθρώπου, μετανοεί και επιστρέφει ολόκληρη η φύση. Ο μετανοημένος άνθρωπος βλέπει την προσωπική του αμαρτία ως κοινή αμαρτία και ο αγώνας του για επιστροφή γίνεται αγώνας ολόκληρης της ανθρωπότητας. Διότι οι Πατέρες αντιλαμβάνονται τον άνθρωπο ως ολότητα και όχι ως διχασμένη ή διηρημένη προσωπικότητα. Ο Θεός τον οποίο «ουδείς εώρακε πώποτε20» αποκαλύφθηκε και «ελάλησεν ημιν εν τω Υιώ21». Αυτή η αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Ιστορία δεν είναι απλώς κάποιο γεγονός αλλά η τελείωση και η ολοκλήρωσή της. Διότι με τον τρόπο αυτό εγκαινιάζεται η αρχή μια νέας ζωής που δίνει την πραγματική υπόσταση στην ζωή. Αυτή η καινούργια ζωή εικονικά παρουσιάζεται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, που είναι το σώμα του Χριστού, και θα βρει την τελειοποίησή της στην Βασιλεία των Ουρανών. Η Ενσάρκωση του Λόγου είναι μια διαρκείς πρόσκληση μέσα στους αιώνες για την μετοχή του ανθρώπου και της κτίσεως στην νέα αυτή ζωή.
Θεμέλιο αυτής της νέας ζωής είναι η μετοχή του ανθρώπου στο διαρκώς προσφερόμενο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Η μετοχή αυτή έχει διπλό σωστικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο. Πρώτον τον ενώνει υποστατικά με τον ίδιο τον Χριστό και κατά δεύτερον με τους συνανθρώπους του. Η ένωση αυτή μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον απομακρύνει από τους κινδύνους της απομόνωσης και του μηδενισμού. Τον κάνει το κατ’ εξοχήν κοινωνικό ον.
Σε αυτήν μυστική ένωση δεν μετέχει μόνον ο άνθρωπός αλλά ολόκληρη η κτιστή πραγματικότητα. Από την στιγμή που τα πάντα δημιουργήθηκαν από το Θεό κατά φυσική συνέπεια και τα κτίσματα παραπέμπουν σε Αυτόν. Ο Δημιουργός Θεός είναι Αυτός που θεμελιώνει την λογικότητα των κτισμάτων και βεβαιώνει συνεχώς την αρχή του κόσμου. Τα όντα προέρχονται από το Θεό και η προσωπική φανέρωσή του στον κόσμο μεταμορφώνει την φυσική νομοτέλεια σε πραγματική κοινωνία22.
Η σύγχρονη επιστήμη διαπιστώνει καθημερινά την λογικότητα της φύσεως, της δομή και την σημασία της κινήσεως στα όντα. Αυτή όμως η λογικότητα δεν αντιμετωπίζεται από αυτήν ως προσωπικός δημιουργικός λόγος αλλά ως απρόσωπος νόμος. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στον δημιουργικό και προσωπικό λόγο και στον απρόσωπο νόμο.Όταν προσπαθεί κάποιος να υποτάξει τον προσωπικό λόγο στον απρόσωπο νόμο αυτομάτως για την Ορθόδοξη Θεολογία προσπαθεί να τον υπαγάγει στην φθορά και στον θάνατο. Όταν ο άνθρωπος βιώνει την καθημερινότητά του αποκομμένος από τις διαπροσωπικές του σχέσεις, τότε δεν μπορεί να βιώσει εμπειρικά την αληθινή ζωή εν Χριστώ, ούτε και μετέχει της γνώσεως του αγαθού. Γι’ αυτό και όταν βρισκόμαστε μπροστά στον απρόσωπο νόμο η αντίδραση και η αντίσταση είναι αναπόφευκτες. Είναι η αιώνια αντίδρασή του μπροστά στην φθορά και στον θάνατο. Και η αντίδραση αυτή λαμβάνει πολλές μορφές και σχήματα κατά την έκφρασή της. Ο σύγχρονος πολιτισμός μέσα από την αυτάρκεια των τεχνολογικών του επιτευγμάτων παραμερίζει και υποβιβάζει τόσο το πρόσωπο όσο και της προσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις σε απρόσωπο και πολλές φορές ανεφάρμοστο νόμο και σε αντικειμενικές και απρόσωπες σχέσεις. Το αποτέλεσμα είναι να νεκρώνεται η ζωή και συνεπαγωγικά να επιφέρει την διάλυση και την ανομία. Σε αντίθεση οι Πατέρες τονίζουν ότι ο «νόμος» του Χριστού ο οποίος διακρίνεται και σε αυτή την άλογη φύση, φανερώνει την προσωπική και ζωαρχική ενέργεια του Λόγου του Θεού που καλεί τα πάντα σε ενότητα. Άνθρωπος, κοινωνία, κτίση και φύση αναγεννιόνται μυστικά μέσα από την παρουσία του Θεού και την προσωπική κοινωνία μαζί του23.
Αρχιμανδρίτης
Διονύσιος Ηρ. Παπαβασιλείου
Σημιώσεις :
1 Ματθ. 19, 17. Μάρ. 10, 18.
2 Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης θεωρεί τον Θεό ως τον μόνο Αγαθό κατάσταση που προέρχεται από την ίδια του την φύση, «Τω πρώτως και κυρίως αγαθόν, ου η φύσις αγαθότης εστί», Γρηγορίου Νύσσης, Περί του βίου του Μωυσέως 1, εκδ. W. Jaeger, τόμ. 7, 1, Leiden 1964, σ. 4.
3 Γεν. 1, 26. Στο σημείο αυτό γίνεται φανερή η διαφορά της δημιουργίας του ανθρώπου από την υπόλοιπη κτίση. Η δημιουργία «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» σηματοδοτεί την μετοχή του ανθρώπου στο πλήρωμα των αγαθών, από την στιγμή που είναι εις θέση να θεοποιηθεί. Η «ομοίωσις» έχει έναν δυναμικό χαρακτήρα σε αντίθεση με την λέξη εικόνα που έχει έναν κάποιο στατικό χαρακτήρα. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας το «κατ’ εικόνα» δηλώνει την κατάσταση που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, ενώ το «καθ’ ομοίωσιν» την δυναμική απόστολή του. Από την στιγμή που ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» ακολουθεί τις εντολές του Χριστού και βιώνει την εν Χριστώ ζωή, οδηγείται στο «καθ’ ομοίωση». Πρόκειται δηλαδή για μια δυναμική πορεία που σηματοδοτεί τον άνθρωπο. Μέσα σε αυτήν την δυναμική πορεία εδράζεται όλη η εν Χριστώ ζωή και η σωτηρία του ανθρώπου.
4 «Πάντων ένδόν περιφέρω ως συνέχων πάσαν κτίσιν πάντων έξω δε τυγχάνων πάντων ων κεχωρισμένος» Συμέων Νέου Θεολόγου, Ύμνος 27, 26-9, εκδ. J. Koder, Sources Chrétiennes, τομ. 174, σ.190.
5 «Ει δε δι’ Υιού γέγονε, και εν αυτώ τα πάντα συνέστηκεν, εξανάγκης ο την κτίσιν ορθώς θεωρών θεωρεί και τον ταύτης δημιουργήσαντα Λόγον, και δι’ αυτού τον Πατέρα νοείν άρχεται», Μ. Αθανασίου Αλεξανδρείας, Κατά Αρειανών 1, 22, PG 26,
6 Γεν. 2, 15.
7 Ρωμ. 8, 19-24.
8 Archim Sophrony, His life is Mine, Oxford 1977, σ. 67.
9 «Απαράδεκτον του εναντίου το Θείον», Γρηγορίου Νύσσης, Περί του βίου του Μωυσέως, εκδ. W. Jaeger, τόμ. 7, 1, Leiden 1964, σ. 4.
10 «Κακόν γαρ έξω προαιρέσεως εφ’ εαυτού κείμενον ουκ εστί», Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον Εκκλησιαστίν, εκδ. W. Jaeger, τόμ. 5, Leiden 1964, σ. 407. Πρλβ. Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Μαρίνον, PG 91, 56.
11 «Τα πάθη αρρωστία εστί της ψυχής, επισυμβάντα και επείσελθόντα τη φύσει, και εξάγοντα τα της ιδίας υγείας». Ισαάκ του Σύρου, Λόγος 83, εκδ. Ι. Σπετσιέρη, σελ. 317.
12 Βλ. Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, PG 90, 257.
13 Η Ρωμαιοκαθολική Θεολογία και ιδιαίτερα η μεσαιωνική, διαφέρει στο σημείο αυτό από την Ορθόδοξη, από την στιγμή που παρουσιάζει την αμαρτία ως αστοχία και ποινικό παράπτωμα, τον δε Διάβολο ο οποίος παρασύρει τον άνθρωπο στην διάπραξη της ως τιμωρό όργανο του Θεού. Στηριζόμενος στον Ιερό Αυγουστίνο ο Ανσέλμος Καντεμβουρίας θα μιλήσει για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης (sodisfactio Dei). Ο άνθρωπος δικαίως βρίσκεται κάτω από την επήρεια του Διαβόλου από την στιγμή που με την διάπραξη της αμαρτίας θα παραβιάσει την δικαϊκή τάξη που επέβαλε ο Δημιουργός. Ο θάνατος του Χριστού, του μοναδικού εντελώς αθώου, επάνω στον Σταυρό, πράξη που ενεργεί ο Διάβολος δια του ανθρώπου, δημιουργεί τις απαραίτητες προϋπόθεσεις για να απαιτήσει ο Πατέρας την απελευθέρωση του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο ο Διάβολος πληρώνει για την αδικία που έκανε στο πρόσωπο του Χριστού: «Non autem Diabolus potentia dei, sed justitia superandus fuit» (ο Διάβολος δεν νικήθηκε από την δύναμη του Θεού, αλλά με την δικαιοσύνη), Βλ. Αυγουστίνου, De Trinitate 13, 14, PL 42, 1027-1028. De Civitate Dei 14, 13-15, PL 41, 420-424. Αντίθετα η Ορθόδοξη Θεολογία τονίζει στον άνθρωπο την ελευθερία των πράξεων του, ο οποίος αν και γίνεται ενάντιος του Θεού βρίσκεται πάντοτε κάτω από την εξουσία του Διαβόλου. Ο Σταυρικός θάνατος του Χριστού συντρίβει τις αρχές και εξουσίες του σκότους και θεραπεύει κάθε τραύμα της ανθρωπότητας. Και αυτό από καθαρή αγάπη προς τον άνθρωπο. «Έδει γαρ ως αληθώς, έδει, σοφόν και δίκαιον και δυνατόν όντα κατά φύσιν τον Κύριον ως μεν σοφόν, μη αγνόησαι τον τρόπον της ιατρείας ως δίκαιον δε, μη τυραννικήν ποιήσασθαι του κατειλημένου κατά γνώμην υπό της αμαρτίας ανθρώπου την σωτηρίαν ωε δε παντοδύναμον, μη ατονήσαι προς την της ιατρείας εκπλήρωσιν». Μαξίμου Ομολογητού, Περί διαφόρων αποριών, PG 90, 629. Πρβλ. Ν. Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμια πατερικής Θεολογίας, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 160-163.
14 Αριστοτέλους, Πολιτεία α, 1253a.
15 Ακόμη και στο ερώτημα αν η βία είναι έμφυτη στον άνθρωπό η προέρχεται από το κοινωνικό του περιβάλλον η Ορθόδοξη Θεολογία λαμβάνει ενοποιητική θέση. Από την φύση του κάθε ζωντανός οργανισμός αντιστέκεται στα εμπόδια και τις δυσκολίες και προχωρά σε διάφορες αντιδράσεις. Βεβαίως σήμερα όπου η κοινωνία τείνει να γίνει απρόσωπη μέσα από την εκβιομηχάνισή της και να εκφυλίσει με αυτόν τον τρόπο την ανθρώπινη κοινωνικότητα η μορφές βίας που παρατηρούνται είναι πιο έντονες και περισσότερο σατονόμορφες. Η βία είναι παθολογική κατάσταση που προέρχεται από την αποτυχία του ανθρώπου να κοινωνικοποιηθεί. Πρβλ. Ν. Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμια πατερικής Θεολογίας, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 226-240.
16 «Έξω των προσωπικών σχέσεων δεν νοείται αμαρτία» Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί προσευχής, Έσσεξ Αγγλίας 1993, σ. 50.
17 «Μη τοίνυν έξωθεν το κακόν περισκόπτει, μηδέ αρχέγονόν τινα φύσιν πονηρίας φαντάζου αλλά της εν εαυτώ κακίας έκαστος εαυτόν αρχηγόν γνωριζέτω» Μ. Βασιλείου, Εις εξαήμερον 2, 5, PG 29, 37-40.
18 Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση ο Αδάμ ρίχνει την αμαρτία του στην Εύα η οποία τον παρέσυρε, ομοίως και η Εύα στο φίδι. Στην ουσία όμως και οι δύο θα ρίξουν την ευθύνη στον Δημιουργό ο Οποίος στην ουσία δημιούργησε την Εύα και το φίδι.
19 Εφ. 1, 10.
20 Ιω. 1, 18.
21 Εβρ. 1, 2.
22 «Ουκούν νους ών, όντως νοεί τα όντα ως ών. Ει ούν νοών εαυτόν τα όντα νοεί, αυτός εστί τα όντα» Μάξιμος ο Ομολογητής, Σχόλια εις το περί θείων ονομάτων 6, PG 4, 320.
23 Πρβλ. Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 66-103
Πηγή:Sacra Arcidiocesi Ortodossa d’Italia e Malta–  en-ypomoni-akymanto.blogspot.gr 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ περί αναμορφωτών της Πατερικής θεολογίας της αδιαιρέτου Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας του Χριστού Πειραιεύς 15 Ἰουνίου 2010


 Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
 Ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τό μυρίπνοο ἄνθος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τῆς κολλυβαδικῆς παραδόσεως συνέγραψε τό ἐκπληκτικό πνευματικό του ἔργο  «Ἀόρατος πόλεμος», ὅπου διεξοδικῶς ἀναφέρεται στό βύθιο ἔργο τοῦ ἀλάστορος καί ἀνθρωποκτόνου διαβόλου, περί τοῦ ὁποίου μεγαλοφυῶς ὡμίλησε ὁ θεῖος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ἀναφέρων: «Οὐκ ἔστι ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις....» (Ἐφεσ. 6 12).  Ἡ ἐπίθεσις καί ὁ πόλεμος κατά τῆς ἀληθείας ἐντείνεται εἰς τάς ἀποκαλυπτικάς ἡμέρας μας ἐμφανιζόμενο τό σκότος ὡς φῶς καί τό φῶς ὡς σκότος. Προωθεῖται ἐντός τῶν τειχῶν τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἀνάπτυξη καί προβολή ἰδεῶν δῆθεν θεολογικῆς ἐμβριθείας καί «ἐπικαιροποιήσεως» τῆς ἀληθείας, πού στοχεύουν στήν ἀνατροπή, στήν ἀρνητική μετάπλαση, στόν ἀποσκορακισμό τοῦ ἀληθοῦς θεολογικοῦ λόγου καί στήν ἐμπέδωση τῆς πλάνης καί στήν μετατροπή τοῦ σωτηριώδους ἔργου τῆς Ἐκκλησίας σέ ἐγκοσμιοκρατικό σύστημα κοινωνικῶν ἀρχῶν πού θά ἐγκολπώνεται ὅλες τίς ὑποβολιμιαῖες ἀντινομίες τῆς μεταπτωτικῆς πραγματικότητος, μιά νέα ἄκρως ἐπικίνδυνη διαδικασία ἄρθρωσης δῆθεν νέου θεολογικοῦ λόγου.
 Ἰσχυρίζονται οἱ ἐπίδοξοι αὐτοί «ἀναμορφωταί» τῆς Πατερικῆς θεολογίας τῆς ἀδιαιρέτου Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τό πρόβλημα τοῦ κόσμου δέν εἶναι πρόβλημα ἀρνήσεως θεώσεως καί ἁγιασμοῦ, ἀλλά δῆθεν ἐπεῖγον αἴτημα νέας σάρκωσης τοῦ λόγου καί συναφειακῆς ἀνάγνωσης τῶν Πατέρων καί ὕπαρξης μιᾶς μεταπατερικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας προϊόντος νοησιαρχικῆς προσέγγισης.
Τά θέματα πού θέτουν ὅπως: ἔννοια καί περιεχόμενο τῆς αὐθεντίας καί συμφωνίας τῶν Πατέρων καί τῆς προσφυγῆς στήν ἐπίκληση τῆς αὐθεντίας τους, τῆς ἀποκλειστικότητας σχέσης ἀνάμεσα στήν Πατερική Θεολογία καί τίς ἑλληνικές κατηγορίες σκέψεις, στήν Πατερικότητα καί τήν Ἑλληνικότητα, στήν διαχρονικότητα καί στόν κανονιστικό χαρακτῆρα τῆς χρήσης τῆς ὀντολογίας καί τῶν ἑλληνικῶν φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν στήν θεολογία, στό αὐταρχικό πατριαρχικό προνεωτερικό πρότυπο καί τήν σχέση του μέ τήν Πατερική Θεολογία,  στήν ἀνοχή καί καταδίωξη τῶν αἱρετικῶν στά Πατερικά κείμενα καί στήν σημερινή πολιτισμική συνθήκη, στήν διαπλοκή Ἐκκλησίας καί Θεολογίας μέ Αὐτοκρατορική ἰδεολογία, στίς ἀνθρωπολογικές κορυφώσεις τῆς Θεολογίας τῶν Πατέρων καί στήν δῆθεν ἀτελῆ ἀνθρωπολογία τῶν Πατέρων, στίς νέες ἀνθρωπολογικές προκλήσεις τῆς βιοθικῆς καί τῆς βιοτεχνολογίας ἐπιβάλλουν δῆθεν ἐπιτακτικά τό αἴτημα μιᾶς σύγχρονης «Ὀρθόδοξης μεταπατερικῆς Θεολογίας» καί ἐπανερμηνείας τῆς πιστότητας στήν Πατερική παράδοση καθώς καί στήν ὑπέρβασή της «ὅπου καί ὅταν χρειάζεται».
Εἰσηγοῦνται ἀκόμη τήν ἐξωφρενική θέση γιά μία «νέα ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν» ἰσχυριζόμενοι ὅτι δῆθεν ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ δέν περιορίζεται μόνον ἐντός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀλλά ἐκτείνεται σέ διαφορετικό βαθμό καί πρότυπο σέ ἄλλες χριστριανικές «Ἐκκλησίες» διάβαζε κοινότητες, σέ κοινότητες «ἄλλων ζωντανῶν πίστεων», σέ ἀγνωστικιστές, ἀκόμη καί σέ ἀθέους. Προβάλλουν τήν ὄντως τραγική θέση καί ἐπιχειροῦν νά τήν μπολιάσουν στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ὅτι «ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας πού ὑπάρχει γιά ἐκείνους πού βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία θά πρέπει νά ὁδηγήση τούς Χριστιανούς σέ μία ἀκλόνητη ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεός στήν ἀπεριόριστη άγάπη καί τό ἔλεός Του κοινωνεῖ τήν σωτηριώδη χάρη του μέσῳ ἄλλων ἄγνωστων καί κρυφῶν ὁδῶν σέ ἐκείνους πού φέρουν τή φυσική γνώση τοῦ Θεοῦ καί τῆς πίστης ὅπως ἐπίσης ὡς μία ἠθική συνείδηση ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπό μία ζωή μέ ἀγάπη, πού ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν διακριτῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας».
Ἀναφέρονται σέ ἀνύπαρκτες ἔννοιες ὅπως «νεοπατερική σύνθεση ἤ μεταπατερική Θεολογία» σέ δῆθεν «Πατερικό φονταμενταλισμό» στήν δῆθεν «Ἐκκλησιαστική θριαμβολογία» πού τήν ἀναλύουν σάν μία στάση πνευματικῆς ὑπεροχῆς ἔναντι τοῦ «ἄλλου» τῆς Δύσης καί τήν παρουσιάζουν σάν ἕνα πνευματικό ἀπομονωτισμό καί μία ἑλληνικότητα πού ἀγγίζει τήν εἰδωλολατρεία.
Βέβαια οὐδείς πρέπει νά ἐκπλήσσεται ἀπό τήν νέα αὐτή ἐπίθεση κατά τῆς ἀληθείας ἐφ’ ὅσον οἱ διατάκται τῶν ἀνωτέρω ἀνερυθριάστως ἀρθρογραφοῦν ὑπέρ τῆς τραγικῆς ἐκπτώσεως ἀπό τήν ἀνθρώπινη ὀντολογία πού ἐπιφέρει τό ὀντολογικό καί ἐκκλησιαστικό κακούργημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἤ ἐπί τό κοσμικότερον ὁμοερωτισμοῦ. Πανταχοῦ παρόν, τό γνωστό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀμερικῆς Fordham πού «ἐκδηλώνει» ἀπροκάλυπτα τήν διάθεσή του νά «ἐκσυγχρονήση» καί νά «διορθώση» τίς θεολογικές θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἤδη διοργάνωσε δύο συνέδρια  μέ θέματα «Ὀρθόδοξες ἀναγνώσεις τοῦ Αὐγουστίνου» (2007) καί «Ὀρθόδοξες δομές τῆς Δύσης» (2010). Ἡ προσπάθεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω εἶναι νά ἐπανεντάξουν στήν θεολογική σκέψη τήν θεσμική ἀλλοτρίωση, πού πηγάζει ἀπό τόν ἐκνομικισμό τῆς Θεολογίας καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου καί τήν ἀντιστροφή τῶν ὅρων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ὀντολογίας τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Ἐπιδιώκουν ἀκόμη νά ἐμπεδωθῆ ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ἀρνητική προσέγγιση ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῆς δυτικῆς Θεολογίας ἦταν καί ἄδικη καί παρεξηγημένη, τούς κατηγοροῦν γιά ἀντιδυτικισμό καί ἀδυναμία κατανόησης τῶν θεμάτων.
Τελικά οἱ συγκεκριμένοι κύκλοι πού εὐαγγελίζονται τήν ὑπέρβαση τῆς Πατερικῆς Θεολογίας ἤ τήν ἐπαναδιατύπωσή της γιά χάρη δῆθεν τῆς συμπόρευσης μέ τόν σύγχρονο κόσμο ἀντιστρατεύονται τή μετοχή, μέ ἐξαιρετικά ἐπιτηδευμένο καί ἀπολύτως κενό περιεχομένου τρόπο, στήν διαχρονική ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας. Ἡ πατερική διδασκαλία καί ἡ ὀρθόδοξη μελέτη καί ἐφαρμογή στήν πράξη τῆς πείρας τῶν ἁγίων Πατέρων κηρύσσονται ἐν διωγμῷ γιατί κατασκευάζεται μία «νέα μεταπατερική Θεολογία» πού θά ἀποτελεῖ τήν θεωρητική βάση γιά τήν πλήρη καί οὐσιαστική ἀπομείωση τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος.
Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
 + ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Η ελπίδα τής θεραπείας μέσα απο τούς Παρακλητικούς Κανόνες



Ἀρχιμ.  Νικοδήμου Σκρέττα
Ἐπικούρου Καθηγητοῦ τοῦ  Α.Π.Θ.
Εισαγωγή
Ὑμνογραφία  καὶ  μελουργία.
Λόγος  καὶ  μέλος   συντέθηκαν ἁρμονικὰ στὴ μνημειώδη καὶ  ἀνυπέρβλητη ποιητικὴ δημιουργία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως . Ὑμνογραφία καὶ  μελουργία συνταίριασαν δημιουργικὰ στὴ  λειτουργικὴ τέχνη τῆς ψαλλόμενης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ  νὰ ὑπηρετήσουν τὴ λογικὴ «ἐν πνεύματι καὶ  ἀληθείᾳ»2  λατρεία της.Σκοπὸς τῶν  λειτουργικῶν τεχνῶν  εἶναι  ἡ αἰσθητοποίηση τῶν  εὐλαβῶν βιωμάτων, ὁ φωτισμὸς καὶ ἁγιασμὸς τῶν αἰσθήσεων, ἡ θεραπεία τῆς ὕπαρξης καὶ  ἡ σωτηρία τῆς  ψυχῆς  τοῦ  ἀνθρώπου. Δὲν μποροῦν αὐτὲς νὰ  εἶναι ποτέ, μέσα  στὸν  χῶρο  τῆς  λατρεύουσας κοινότητας, αὐτονομημένες κοσμικὲς  καὶ  αὐθαίρετες καλλιτεχνικὲς δημιουργίες,  ἀλλὰ  ὀφείλουν πάντοτε νὰ λειτουργοῦν ὡς ἀγωγοὶ κάλλους καὶ  ὡς μὴ ἀπολυτοποιούμενα ἀναγωγικὰ  μέσα  πρὸς τὴν ἐπίτευξη τῆς χαρισματικῆς θεώσεως.Ἡ ὑμνογραφικὴ παραγωγή, χρησιμοποιώντας ἀρχαιοελληνικοὺς δρόμους καὶ  θεμελιούμενη σὲ βιβλικὰ  πρότυπα3, πέρασε, ἀπὸ τὶς ἀρχαιότατες πρωτοχριστιανικὲς ἐμβρυϊκὲς μορφὲς τῶν λιτῶν  λειτουργικῶν ὑμνωδιῶν4, στὴν ποίηση τῶν  πρώτων τροπαρίων καὶ  κατόπιν στὸν  πλοῦτο τῶν  ἀντιφώνων. Ἡ συνέχεια ὑπῆρξε πραγματικὰ ἐκρηκτική, μὲ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν ποσοτικὴ  προσωδία τῶν  ἀρχαίων μέτρων στὴν  τονικὴ  ρυθμοποιΐα τῶν  βυζαντινῶν   ὑμνογραφημάτων.  Ἀπὸ  τὸν  ε´  ἕως  τὸν  ζ´  αἰώνα  μεσουρανεῖ τὸ κοντάκιο,  σύνθετος ὕμνος  ἀποτελούμενος ἀπὸ προοίμια,  εἱρμούς,  οἴκους, ἀκροστιχίδες καὶ  ἐφύμνια. Ἐκτελεῖται στὶς  λατρευτικὲς συνάξεις μὲ  τὴν «καθ᾽ ὑπακοὴν» ψαλμωδία καὶ  τὸ περιεχόμενό του  εἶναι  ὑμνητικό,  διηγηματικὸ καὶ  ἐγκωμιαστικό. Ὅμως  ἀπὸ τὸν  η´  αἰώνα καὶ  ἑξῆς  σταδιακὰ  ὁ θαυμάσιος αὐτὸς ὕμνος  παραχωρεῖ τὴ θέση του  σχεδόν  πλήρως, ἰδιαίτερα μετὰ  τὴν περίοδο τῆς  εἰκονομαχίας καὶ  τὸν  θρίαμβο τῆς  Ὀρθοδοξίας, στὴ νέα, κατ᾽ ἐξοχὴν  μοναχικῆς προελεύσεως, ὑμνογραφικὴ σύνθεση  τῶν κανόνων,  οἱ  ὁποῖοι ἔχουν  περιεχόμενο θεολογικὸ καὶ  ἐκτελοῦνται ἀντιφωνικὰ ψαλμωδούμενοι5.




2. Κανονογράφοι  καὶ  κανόνες.

Μέγιστοι ὑμνογράφοι καὶ  μελωδοί, ὅπως οἱ Ἁγιοπολίτες Ἀνδρέας Κρήτης,  Ἰωάννης Δαμασκηνὸς καὶ  Κοσμᾶς Μαϊουμᾶ, οἱ Στουδίτες Θεόδωρος, Ἰωσὴφ  κ.ἄ.,  Θεοφάνης ὁ Γραπτὸς καὶ  Ἰωσὴφ  ὁ Ὑμνογράφος (ὁ ἐπωνομα ζόμενος  Ξένος  ἢ Σικελός, ἐκ  τῆς  χορείας τῶν  Ἰταλοελλήνων), καθὼς  καὶ πολλοὶ ἄλλοι  λιγότερο γνωστοὶ ἀλλ᾽ ὄχι  ὑποδεέστεροι στὰ  ποιητικὰ χαρίσματα καὶ  τὴν  ὑμνογραφικὴ παραγωγὴ  κανονογράφοι,  κατέλιπαν ἔργο σπουδαῖο καὶ σημαντικό, πλούσιο καὶ πληθωρικό, τὸ ὁποῖο συγκρότησε σταδιακὰ κατὰ τοὺς  ἀμέσως ἑπομένους αἰῶνες τὰ κύρια  λειτουργικὰ βιβλία  τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας [Ὀκτώηχος  (ἢ Ὀκτάηχος) ἡ Μεγάλη ἢ Παρακλητική,  Τριῴδιον, Πεντηκοστάριον  κ.λπ.].
Πλὴν τῶν ἄλλων  τροπαρίων, τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων στὴν ποιητικὴ σύνθεση,  τὴν  ὀνομασία καὶ  τὸ  περιεχόμενο, καιριότατη θέση  κατέχουν στὴν ἑσπερινὴ (Θεοτοκάριον) καὶ  στὴν ὀρθρινὴ  λατρεία τῶν  Ὀρθοδόξων οἱ πολυσύνθετες ὑμνογραφικὲς δημιουργίες τῶν κανόνων.  Αὐτοὶ  περισώζουν ἐξωτερικὰ καὶ  ἐσωτερικὰ σπουδαῖα  στοιχεῖα τῆς  κοντακιακῆς παραδόσεως (εἱρμούς, τροπαριακὴ προσομοίωση, ἀκροστιχίδες, ἐφυμνιακὰ ἀκροτελεύτια),  ἀλλὰ  καὶ ἐκρηκτικὰ ὑπερβαίνουν τὴν παλαιότερη ποίηση, καθὼς  πλουτίζουν  μὲ ἀμέτρητους νέους  εἱρμοὺς καὶ συνακολούθως μελωδικοὺς δρόμους καὶ  στιχοποιητικὰ μοτίβα τὶς  ἀκολουθίες τοῦ  νυχθημέρου.
Οἱ κανόνες συγκροτοῦνται στὴ βάση ἀφ᾽ ἑνὸς τῶν ἐννέα  βιβλικῶν  ὠδῶν6 καὶ  ἀφ᾽ ἑτέρου στὸ θεολογικό, ἑορταστικό, ὑμνητικό,  ἐγκωμιαστικό, ἱκετήριο ἢ παρακλητικὸ περιεχόμενο ποὺ κατὰ περίπτωση λαμβάνουν. Ἔτσι  κα τατάσσονται: α)  ὡς  πρὸς τὸ  περιεχόμενο, σὲ  Τριαδικούς, Ἀναστάσιμους, Σταυροαναστάσιμους,  Σταυρώσιμους,  Νεκρώσιμους  ἢ Ἀναπαύσιμους, Δογματικούς, Παρακλητικούς, Εὐχαριστήριους κ.λπ.7, β) ὡς πρὸς τὴν περίσταση,  ὀνοματίζονται π.χ. τοῦ  ἁγιασμοῦ,  τοῦ  εὐχελαίου,  τῆς  μετανοίας, «εἰς φόβον  σεισμοῦ» κ.λπ.8, γ)  ὡς  πρὸς τὸ  πρόσωπο, στὸ  ὁποῖο ἀπευθύ νονται,  καλοῦνται Δεσποτικοὶ (στὸν Δεσπότην Χριστόν),  Θεομητορικοὶ (στὴν Ὑπεραγίαν  Θεοτόκον), Εἰς  Ἀσωμάτους (Ἀγγέλους), Εἰς  τὸν Τίμιον  Σταυρόν,  Εἰς  τὸν Τίμιον  Πρόδρομον, Εἰς  τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, Εἰς  Προφήτας καὶ  Μάρτυρας, Εἰς  πάντας τοὺς Ἁγίους,  Εἰς  Κοιμηθέντας  κ.λπ.


3. Ἡ συγκρότηση τῆς Παρακλητικῆς.

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος - Στὸν κάθε πλησίον ὑπάρχει ὁ Χριστός Προέλευση κειμένου: Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους



Ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ σκεπτόμαστε ὅτι στὸν κάθε ἄλλο πιστὸ ὑπάρχει ὁ Χριστὸς καὶ πρέπει νὰ ἔχουμε τόσην ἀγάπη πρὸς αὐτόν, ὥστε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουμε πρὸς χάρη του τὴν ψυχή μας. Δὲν ἔχουμε δὲ δικαίωμα νὰ ὀνομάζουμε ἢ νὰ θεωροῦμε κάποιον κακό, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς βλέπουμε ὅλους σὰν καλούς. Ἂν δεῖς κάποιον νὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὰ πάθη, μὴ μισήσεις τὸν ἀδελφό, μὰ τὰ πάθη ποὺ τὸν πολεμοῦν, κι ἂν τὸν δεῖς νὰ τυραννιέται ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες, πιὸ πολὺ νὰ τὸν σπαχνισθεῖς, μὴ τυχὸν καὶ σὺ πειρασθεῖς, ἀφοῦ εἶσαι τρεπτὸς καὶ εὐάλωτος στὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία.

Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής - Ἡ Ἀνάστασις



Τί εἶναι αὐτό, ἀδελφοὶ ἀγαπητοὶ καὶ φιλέορτοι καὶ φιλόχριστοι; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ μεγάλη λαμπροφορία; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ τόση φωταγωγία καὶ χαρά; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀστράφτει τόσο πολύ; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λάμπρυνε τὴν οἰκουμένη; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανε νὰ δημιουργηθεῖ τόσο μεγάλη χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση;
Χθὲς ἤμασταν σὲ λύπη καὶ σήμερα σὲ χαρά. Χθὲς σὲ κατήφεια καὶ σήμερα σὲ εὐθυμία. Χθὲς σὲ θρήνους καὶ σήμερα σὲ ἀλαλαγμούς. Ρωτᾶς ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία αὐτῶν καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ προκάλεσε αὐτὴ τὴν τόσο μεγάλη χαρὰ καὶ λαμπρότητα;
Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ὅλος ὁ κόσμος γέμισε ἀπὸ ἀγαλλίαση. Κατάργησε μὲ τὸ ζωοποιό του θάνατο τὸ θάνατο καὶ ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στὸν ᾍδη ἐλευθερώθηκαν ἀπ᾿ τὰ δεσμά του. Ἄνοιξε τὸν Παράδεισο καὶ τὸν ἔκανε προσιτὸ σὲ ὅλους.
Πόσο, ἀλήθεια, μεγάλο βάθος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ! Πόσο μεγάλο ὕψος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ! Πόσο φρικτὸ μυστήριο, ποὺ ὑπερβαίνει τὴ δύναμη τοῦ νοῦ!
Ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι, ἐπειδὴ εὐφραίνονται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Χαίρονται οἱ προφῆτες βλέποντας νὰ ἐκπληρώνονται οἱ προφητεῖες τους. Ὅλη ἡ κτίση ἑορτάζει μαζί μας γιατὶ ξημέρωσε γι᾿ αὐτὴν ἡμέρα σωτήρια, ἔλαμψε πάλι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης.
(Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία, τόμος 18ος, σελ. 50-51

Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης - Λόγος εἰς τὴν Προσευχήν


Gregorius Nyssenus - De oratione dominica orationes v
(ἀπόσπασμα, μὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση)
Προςευχὴ σωφροσύνης ἐστὶ φυλακτήριον, θυμοῦ παιδαγωγία, τύφου καταστολή, μνησικακίας καθάρσιον, φθόνου καθαίρεσις, ἀδικίας ἀναίρεσις, ἀσεβείας ἐπανόρθωσις.Προςευχὴ σωμάτων ἐστὶν ἰσχὺς, οἰκίας εὐθηνία, πόλεως εὐνομία, βασιλείας κράτος, πολέμου τρόπαιον, εἰρήνης ἀσφάλεια, τῶν διεστώτων συναγωγὴ, τῶν συνεστώτων διαμονή·
Προςευχὴ παρθενίας ἐστὶ σφραγὶς, γάμου πίστις, ὁδοιπόροις ὅπλον, κοιμωμένων φύλαξ, ἐγρηγορότων θάρσος, γεωργῶν εὐφορία, ναυτιλλομένων σωτηρία.
Προςευχὴ κρινομένων συνήγορος, δεδεμένων ἄνεσις, κεκμηκότων ἀνάπαυσις, λυπουμένων παραμυθία, χαιρόντων θυμηδία, πενθούντων παράκλησις, γαμούντων στέφανος, γενεθλίων ἑορτή, ἀποθνησκόντων ἐντάφιον.
Προςευχὴ θεοῦ ὁμιλία, τῶν ἀοράτων θεωρία, τῶν ἐπιθυμουμένων πληροφορία, τῶν ἀγγέλων ὁμοτιμία, τῶν καλῶν προκοπή, τῶν κακῶν ἀποτροπή, τῶν ἁμαρτανομένων διόρθωσις, τῶν παρόντων ἀπόλαυσις, τῶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις.
Προςευχὴ τῷ μὲν Ἰωνᾷ τὸ κῆτος οἶκον ἐποίησεν, τὸν δὲ Ἐζεκίαν ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ζωὴν ἐπανήγαγεν, τοῖς δὲ τρισὶ νέοις εἰς πνεῦμα δροσῶδες τὴν φλόγα ἔτρεψεν, καὶ τοῖς Ἰσραηλίταις κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν ἀνέστησε τρόπαιον, καὶ τὰς ἑκατὸν ὀγδοήκοντα καὶ πέντε τῶν Ἀσσυρίων χιλιάδας μιᾷ νυκτὶ τῇ ἀοράτῳ ῥομφαίᾳ κατέστρωσεν.
Καὶ μυρία πρὸς τούτοις ἔστιν εὑρεῖν ἐκ τῶν ἤδη γεγενημένων τὰ ὑποδείγματα δι᾿ ὧν φανερὸν γίνεται τὸ μηδὲν τῆς προςευχῆς εἶναι τῶν κατὰ τὴν ζωὴν τιμίων ἀνώτερον.
Ἀλλὰ καιρὸς ἂν εἴη πρὸς αὐτὴν ἤδη τὴν προςευχὴν ἀσχοληθῆναι· μᾶλλον δὲ μικρὸν ἔτι προςθῶμεν τῷ λόγῳ, ὅτι πολλῶν καὶ παντοδαπῶν ἀγαθῶν παρὰ τῆς θείας χάριτος ἡμῖν ὑπαρξάντων ἓν τοῦτο πρὸς ἀντίδοσιν ὧν εἰλήφαμεν ἔχομεν, τὸ διὰ προςευχῆς τε καὶ εὐχαριστίας τὸν εὐεργέτην ἀμείβεσθαι.
Λογίζομαι τοίνυν ὅτι, κἂν πάσῃ τῇ ζωῇ τὴν πρὸς τὸν θεὸν ὁμιλίαν συμπαρατείνωμεν εὐχαριστοῦντες καὶ προςευχόμενοι, τοσοῦτον τῆς κατὰ τὴν ἀντίδοσιν ἀξίας ἀπολειπόμεθα ὅσον εἰ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἀντιδοῦναι τῷ εὐεργέτῃ προεθυμήθημεν.
«…Ἡ προσευχὴ εἶναι φύλακας τῆς σωφροσύνης, χαλιναγωγεῖ τὸν θυμό, καταστέλλει τὴν ὑπερηφάνεια, καθαρίζει ἀπὸ τὴ μνησικακία, διώχνει τὸ φθόνο, καταργεῖ τὴν ἀδικία, ἐπανορθώνει τὴν ἀσέβεια.Ἡ προσευχὴ εἶναι δύναμη τῶν σωμάτων, φέρνει χαρὰ στὸ σπίτι, χορηγεῖ εὐνομία στὴν πόλη, παρέχει ἰσχὺ στὴν ἐξουσία, δίνει νίκη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου, ἐξασφαλίζει τὴν εἰρήνη, ξαναενώνει τοὺς χωρισμένους, διατηρεῖ στὴ θέση τους ἑνωμένους.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ἐπισφράγισμα τῆς παρθενίας, ἡ πιστότητα τοῦ γάμου, ὅπλο στοὺς ὁδοιπόρους, φύλακας ὅσων κοιμοῦνται, θάρρος τῶν ξύπνιων, στοὺς γεωργοὺς φέρνει τὴν εὐφορία, στοὺς ναυτιλόμενους χαρίζει τὴ σωτηρία.
Ἡ προσευχὴ γίνεται συνήγορος τῶν δικαζομένων, ἐλευθερία τῶν φυλακισμένων, παρηγοριὰ τῶν λυπημένων, χαρὰ γιὰ τοὺς χαρούμενους, παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντες, δόξα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται σὲ γάμο, γιορτὴ στὰ γενέθλια, σάβανο σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πεθαίνουν.
Ἡ προσευχὴ εἶναι συνομιλία μὲ τὸν Θεό, θεωρία τῶν ἀοράτων, πληροφόρηση γιὰ ὅσα ἐπιθυμοῦμε, ὁμοτιμία μὲ τοὺς ἀγγέλους, προκοπὴ στὰ καλὰ ἔργα, ἀποτροπὴ ἀπὸ τὰ κακά, διόρθωση γιὰ κείνους ποὺ ἁμαρτάνουν, ἀπόλαυση τῶν παρόντων ἀγαθῶν, ὑπόσταση τῶν ἀγαθῶν τοῦ μέλλοντος.
Ἡ προσευχὴ μετέβαλε γιὰ τὸν Ἰωνᾶ σὲ σπίτι τὸ κῆτος, ἐπανέφερε στὴ ζωὴ τὸν Ἐζεκία ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες τοῦ θανάτου. Γιὰ χάρη τῶν τριῶν νέων μετέστρεψε τὴ φλόγα τῆς καμίνου σὲ δροσερὴ αὔρα καὶ γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες κέρδισε νίκη κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ἐνῷ τὶς ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε χιλιάδες τοῦ Ἀσσυριακοῦ στρατοῦ μὲ ἀόρατη ῥομφαία κατανίκησε σὲ μιὰ νύχτα.
Καὶ κοντὰ σ᾿ αὐτὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀμέτρητα παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν γίνει κι ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται καθαρὰ ὅτι κανένα ἀπὸ ὅσα θεωροῦνται πολύτιμα στὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν προσευχή.
Ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ καὶ κάθε εἴδους τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔδωκε ἡ θεία χάρη, αὐτὸ τὸ ἕνα ἔχουμε νὰ ἀνταποδώσουμε γιὰ ὅσα λάβαμε, δηλαδὴ νὰ πληρώνουμε τὸν Εὐεργέτη μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν εὐχαριστία…».
Σκέπτομαι τώρα, ὅτι κι ἀκόμη ὅλη μας τὴν ζωὴ περάσουμε μὲ εὐχαριστία καὶ προσευχὴ στὸν Θεό

Μέγας Βασίλειος - Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία Ἀπόδοση στὴν ὁμιλουμένη: Δημήτριος Ἀθανασόπουλος, Θεολόγος. Ἐκδόσεις: Νεκτάριος



Ἡ νηστεία εἶναι πρόσταγμα προφητικό.
1. «Νὰ σαλπίσετε, λέγει, κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ μῆνα μὲ τὴν σάλπιγγα, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς σας» (Ψαλμ. 80, 4).
Αὐτὸ εἶναι πρόσταγμα προφητικό. Γιὰ μᾶς δὲ ἀπὸ τὴν σάλπιγγα πιὸ μεγαλόφωνο καὶ ἀπὸ κάθε ὄργανο μουσικὸ πιὸ ἐπίσημο, τὴν ἀναμενόμενη ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὑποδηλώνουν τὰ ἀναγνώσματα (Ἡσ. 58, 4-6). Διότι ἐγνωρίσαμε τὴν χάρη τῶν νηστειῶν ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα, ποὺ ἀπέῤῥιψε μὲν τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τῆς νηστείας, τὴν δὲ ἀληθινὴ νηστεία σὲ μᾶς ἔδειξε. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ ἔριδος», «ἀλλὰ νὰ καταργήσεις κάθε σύνδεσμο ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6). Καὶ ὁ Κύριος λέγει· «νὰ μὴ γίνεσθε σκυθρωποί, ἀλλὰ νὰ νίψεις τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ ἀλείψεις τὸ κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17). Ἂς συμπεριφερθοῦμε λοιπόν, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε, νὰ μὴ φαινόμαστε σκυθρωποὶ γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἀλλὰ μὲ φαιδρὸ πρόσωπο πρὸς αὐτές, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους, νὰ συμπεριφερόμαστε. Κανεὶς ἄκαρδος δὲν στεφανώνεται, κανεὶς κατηφὴς δὲν στήνει τρόπαιο. Νὰ μὴ σκυθρωπάσεις ἐνῷ δέχεσαι περιποιήσεις. Εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπόμαστε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν τροφῶν καὶ νὰ φαινόμαστε ὅτι χαριζόμαστε στὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, παρὰ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Διότι ὁ μὲν κορεσμὸς σταματᾷ τὴν εὐχαρίστηση στὴν κοιλιά, ἡ δὲ νηστεία ἀνεβάζει τὸ κέρδος στὴν ψυχή. Νὰ χαίρεσαι διότι σοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἰατρὸ φάρμακο ποὺ καταστρέφει τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅπως ἀκριβῶς στὰ ἔντερα τῶν παιδιῶν τὰ ἀναζωογονούμενα σκουλήκια ἐξαφανίζονται μὲ κάποια δραστικὰ φάρμακα, ἔτσι καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, τὴν σκοτώνει ἡ νηστεία ποὺ εἰσχωρεῖ στὴν ψυχή, ἡ ὁποία νηστεία εἶναι πράγματι ἀξία τοῦ ὀνόματός της.
Ἡ νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα.
2. «Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχός του Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oι ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα. Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἀλλοιώνεις λοιπὸν τὸ πρόσωπό σου. Ὅποιος εἶσαι, τέτοιος νὰ φαίνεσαι· νὰ μὴν ὑποκρίνεσαι τὸν σκυθρωπό, ἐπιδιώκοντας τὴν δόξα ἀπὸ τοῦ νὰ φαίνεσαι ἐγκρατής. Διότι οὔτε εὐεργεσία ποὺ διατυμπανίζεται εἶναι ὄφελος, καὶ κανένα κέρδος δὲν προέρχεται ἀπὸ νηστεία ποὺ δημοσιεύεται. Διότι ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἐπιδεικτικὰ δὲν προεκτείνουν τὸν καρπὸ στὴ μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ τὸν περιορίζουν στὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Τρέξε λοιπὸν μὲ χαρὰ στὴ δωρεὰ τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία εἶναι ἀρχαῖο δῶρο· δὲν παλαιώνει καὶ δὲν γηράσκει, ἀλλὰ πάντοτε ἀνανεούμενο, ἀνθίζει πάντοτε γιὰ νὰ φέρει ὥριμους καρπούς.
3. Νομίζεις ὅτι ὑπολογίζω τὴν ἀρχαιότητά της ἀπὸ τὸ νόμο; Ἡ νηστεία εἶναι παλαιότερη καὶ ἀπὸ τὸ νόμο. Ἐὰν ἀναμείνεις λίγο, θὰ βρεῖς τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου.